Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ ξεπέρασαν το ψυχολογικό όριο των 3,50 δολαρίων το γαλόνι, εξέλιξη που αυξάνει την πολιτική πίεση προς τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για τον πόλεμο με το Ιράν, καθώς το κόστος ζωής επανέρχεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης διαμορφώθηκε την Τρίτη περίπου στα 3,54 δολάρια το γαλόνι, το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2024. Η τιμή έχει αυξηθεί κατά περίπου 21% μέσα σε έναν μήνα, αντανακλώντας την έντονη αναστάτωση που προκαλεί στην παγκόσμια αγορά ενέργειας η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Σύμφωνα με ανάλυση της Bespoke Investment Group, η βενζίνη κατέγραψε την μεγαλύτερη τριήμερη άνοδο από το 2005, όταν ο τυφώνας Κατρίνα είχε πλήξει την ενεργειακή υποδομή των ΗΠΑ.
Η αύξηση στις τιμές των καυσίμων δημιουργεί νέα πολιτικά δεδομένα για τον Λευκό Οίκο. Η μείωση του πληθωρισμού και η πτώση των ενεργειακών τιμών είχαν αποτελέσει βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης Τραμπ για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών. Μόλις τον Ιανουάριο, μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριζε ότι ο πληθωρισμός έχει «ουσιαστικά εξαφανιστεί», επισημαίνοντας ότι οι τιμές ενέργειας και καυσίμων βρίσκονταν σε πολυετή χαμηλά επίπεδα. Η νέα άνοδος, ωστόσο, επαναφέρει την ανησυχία για το κόστος μετακίνησης των Αμερικανών οδηγών και απειλεί να πλήξει ένα από τα βασικά αφηγήματα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.
Ο Τραμπ δήλωσε τη Δευτέρα ότι αναμένει ο πόλεμος με το Ιράν να τελειώσει «πολύ σύντομα», αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια γρήγορη αποκλιμάκωση θα μπορούσε να μειώσει την πίεση στις τιμές των καυσίμων. Αναλυτές εκτιμούν ότι η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ακόμη και αν οι τιμές του πετρελαίου υποχωρήσουν, προειδοποιούν ότι οι μειώσεις στα πρατήρια δεν θα είναι άμεσες, καθώς οι εταιρείες λιανικής συχνά καθυστερούν να μετακυλήσουν τις χαμηλότερες τιμές στους καταναλωτές. Για την κυβέρνηση Τραμπ, πάντως, η εξέλιξη αυτή αναδεικνύεται ήδη σε έναν ακόμη παράγοντα πολιτικής πίεσης σε μια χρονιά με υψηλό εκλογικό διακύβευμα.
































