Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη αναμένεται να παρουσιάσουν αυξημένη μεταβλητότητα τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μεσοπρόθεσμα, καθώς η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τις αγορές ενέργειας και ενισχύει την αβεβαιότητα για την πορεία του φυσικού αερίου, σύμφωνα με ανάλυση της Fitch Ratings.
Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, η διάρκεια της σύγκρουσης θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την εξέλιξη των τιμών του φυσικού αερίου, οι οποίες ήδη έχουν αυξηθεί σημαντικά από την έναρξη των εχθροπραξιών. Η άνοδος του ορυκτού καυσίμου μεταφέρεται άμεσα και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι οι μονάδες παραγωγής που λειτουργούν με φυσικό αέριο συχνά καθορίζουν την οριακή τιμή στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η τιμή του φυσικού αερίου έχει διαμορφωθεί περίπου στα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας άνοδο περίπου 50% σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου. Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στις διαταραχές στις ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG, καθώς σημαντικά φορτία δεν μπορούν να διέλθουν από το Στενό του Ορμούζ.
Η εξέλιξη αυτή έχει ήδη επηρεάσει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές. Σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γερμανία οι τιμές διαμορφώνονται περίπου στα 150-160 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 45% σε σχέση με τον Φεβρουάριο.
Η Fitch εκτιμά ότι η σύγκρουση πιθανότατα θα διαρκέσει λιγότερο από έναν μήνα. Ωστόσο, μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να αναδείξει τις ευπάθειες της Ευρώπης ως προς την οικονομική προσιτότητα της ενέργειας. Παρά τις πιέσεις στις τιμές, ο εφοδιασμός εκτιμάται ότι θα παραμείνει ασφαλής, καθώς μεγάλο μέρος των μακροπρόθεσμων συμβολαίων της Ευρώπης αφορά LNG και αγωγούς από τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι το Κατάρ, ενώ η περίοδος αιχμής της χειμερινής ζήτησης πλησιάζει στο τέλος της.
Παρόλα αυτά, μια παρατεταμένη ένταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου και, κατ’ επέκταση, της ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα καθώς η Ευρώπη θα χρειαστεί να αναπληρώσει τα αποθέματα φυσικού αερίου σε μια ήδη πιεσμένη αγορά.
Η Fitch σημειώνει ότι υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να προσφέρουν βραχυπρόθεσμα οφέλη στους παραγωγούς, ιδίως για την παραγωγή που δεν καλύπτεται από συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου. Αντίθετα, θα αυξήσουν σημαντικά το κόστος για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, εντείνοντας τις ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Πολωνία, όπου οι μέσες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκαν στα 110-130 ευρώ ανά μεγαβατώρα το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου, έναντι 50-70 ευρώ σε αγορές όπως η Γαλλία και η Ισπανία.
Πριν ακόμη από την έναρξη της σύγκρουσης, ευρωπαίοι ηγέτες είχαν ξεκινήσει συζητήσεις για πιθανές αλλαγές στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS), με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Στο πλαίσιο αυτό, η ιταλική κυβέρνηση ενέκρινε διάταγμα που προβλέπει την κατάργηση του κόστους του ETS για μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο κατά την υποβολή προσφορών στην αγορά, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, μέτρο που τελεί υπό την έγκριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τη Fitch, μια παρατεταμένη και απότομη αύξηση στις τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για βαθύτερες μεταρρυθμίσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, όπως ο διαχωρισμός των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας ή η θέσπιση μηχανισμών συγκράτησης των τιμών.
Τέτοιες αλλαγές θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κερδοφορία των ευρωπαϊκών εταιρειών ηλεκτροπαραγωγής, ιδιαίτερα εκείνων που δραστηριοποιούνται σε τεχνολογίες με υψηλή έκθεση στις τιμές της αγοράς, όπως η εμπορική αιολική, η ηλιακή, η πυρηνική και η υδροηλεκτρική ενέργεια. Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι τυχόν μεταρρυθμίσεις θα απαιτήσουν χρόνο και θα πρέπει να ισορροπήσουν μεταξύ της ανάγκης για προσιτές τιμές ενέργειας και της διατήρησης επενδυτικών κινήτρων για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια όσο και για την απανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
































