Η CrediaBank ολοκλήρωσε το 2025 καταγράφοντας νέα ιστορικά υψηλά σε κερδοφορία και εκταμιεύσεις, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του επιχειρηματικού της μοντέλου και την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής μετασχηματισμού που υλοποιεί τα τελευταία τρία χρόνια.
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά επανεκκίνησης για την τράπεζα, η οποία πέτυχε σημαντική πιστωτική επέκταση, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλά επίπεδα ρευστότητας και καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ καταθέσεων. Την ίδια στιγμή ενίσχυσε περαιτέρω την κεφαλαιακή της επάρκεια και πέτυχε το υψηλότερο επίπεδο επαναλαμβανόμενων κερδών προ προβλέψεων στην έως τώρα πορεία της, εξέλιξη που αποδίδεται στην υλοποίηση του σχεδίου μετασχηματισμού που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια.
Σε επίπεδο οικονομικών μεγεθών, τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ προβλέψεων ανήλθαν σε 82,5 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 88% σε ετήσια βάση. Τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 57,8 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 93% σε σχέση με το 2024, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή αύξηση των οργανικών εσόδων και στη βελτίωση της δομής κόστους.
Ιδιαίτερα δυναμική ήταν η πορεία των νέων χρηματοδοτήσεων, με τις εκταμιεύσεις να διαμορφώνονται στα 3,4 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 47% σε ετήσια βάση και σημαντικά υψηλότερες από τον στόχο των 2,1 δισ. ευρώ που είχε τεθεί στο επιχειρηματικό σχέδιο της τράπεζας. Η καθαρή πιστωτική επέκταση έφτασε στο ιστορικό υψηλό του 1,1 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 16% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και πάνω από τον στόχο του 1 δισ. ευρώ.
Η αύξηση της πιστωτικής δραστηριότητας ενίσχυσε σημαντικά τα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία ανήλθαν σε 168,3 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 58%. Παράλληλα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες διαμορφώθηκαν σε 37,2 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 96% και αντιπροσωπεύοντας το 16,5% των επαναλαμβανόμενων εσόδων. Τα κεφάλαια πελατών υπό διαχείριση ανήλθαν σε 832 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 10% σε σχέση με τα τέλη του 2024.
Σημαντική ήταν και η αύξηση των καταθέσεων του Ομίλου, οι οποίες διαμορφώθηκαν σχεδόν στα 6,8 δισ. ευρώ, ενισχυμένες κατά 11% σε ετήσια βάση. Η τράπεζα διατήρησε ισχυρό προφίλ ρευστότητας, με τον δείκτη δανείων προς καταθέσεις να διαμορφώνεται στο 66% και τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας στο 162%, ενώ η αύξηση των καταθέσεων κινήθηκε σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με τον μέσο όρο της αγοράς.
Τα βασικά έσοδα του Ομίλου –δηλαδή τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες– αυξήθηκαν κατά 63% και ανήλθαν σε 205,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα επαναλαμβανόμενα λειτουργικά έσοδα έφτασαν τα 225,9 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας ετήσια άνοδο 59%.
Παρά την αύξηση των λειτουργικών εξόδων λόγω της απορρόφησης της Παγκρήτια Τράπεζα, ο δείκτης κόστους προς επαναλαμβανόμενα έσοδα βελτιώθηκε σημαντικά, υποχωρώντας στο 63,5% από 69,1% το 2024. Η ολοκλήρωση της λειτουργικής συγχώνευσης στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2025, σε συνδυασμό με τον εξορθολογισμό του δικτύου καταστημάτων και του ανθρώπινου δυναμικού, αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω βελτίωση της βάσης κόστους το 2026.
Σε ό,τι αφορά την ποιότητα του χαρτοφυλακίου, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώθηκε στο 2,9%, παραμένοντας σταθερός σε τριμηνιαία βάση, ενώ ο δείκτης κάλυψης ΜΕΑ ενισχύθηκε στο 48,2%. Ο δείκτης κεφαλαίων CET1 ανήλθε στο 11%, σημαντικά υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο του 9%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (TCR) διαμορφώθηκε στο 17,4%, υπερβαίνοντας επίσης το απαιτούμενο όριο του 13,8%.
Με αφορμή την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, η διευθύνουσα σύμβουλος της CrediaBank, Ελένη Βρεττού, τόνισε ότι το 2025 αποτέλεσε χρονιά επανεκκίνησης για την τράπεζα, με στρατηγική που κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες: την ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό. Όπως σημείωσε, η τράπεζα σχεδόν διπλασίασε τα βασικά της μεγέθη σε σχέση με το προηγούμενο έτος και προχώρησε σε σημαντικές λειτουργικές αλλαγές, όπως η υιοθέτηση νέας επωνυμίας, η ολοκλήρωση της συγχώνευσης συστημάτων, το νέο μοντέλο καταστημάτων και η δημιουργία του μεγαλύτερου δικτύου ΑΤΜ στη χώρα με 2.500 σημεία μέσω συνεργασίας στον χώρο των πληρωμών.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η πιθανή είσοδος της τράπεζας στη χρηματιστηριακή αγορά και η προγραμματισμένη επέκταση στη δυναμικά αναπτυσσόμενη αγορά της Μάλτας, μέσω της εξαγοράς της δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας, αποτελούν βασικά βήματα για την εδραίωση μιας νέας θέσης στο τραπεζικό οικοσύστημα. Παράλληλα, επισήμανε ότι η ισχυρή αύξηση των εκταμιεύσεων και της πιστωτικής επέκτασης αποτυπώνει την ανάγκη της ελληνικής οικονομίας για μια εναλλακτική τραπεζική πρόταση, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους ιδιώτες.































