Σημαντικές λογιστικές απώλειες και ουσιαστική αποδυνάμωση της θεσμικής θέσης του Δημοσίου στην CrediaBank θα μπορούσε να προκαλέσει η προσεχής αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 300 εκατ. ευρώ, εφόσον το Υπερταμείο, διάδοχος του ΤΧΣ, δεν συμμετάσχει σε αυτή. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τίθεται ευθέως θέμα απώλειας της καταστατικής μειοψηφίας που σήμερα εξασφαλίζει στο Δημόσιο κρίσιμα δικαιώματα αρνησικυρίας.
Το Δημόσιο, μέσω του ΤΧΣ, έχει επενδύσει συνολικά περίπου 952 εκατ. ευρώ σε τρεις διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της πρώην Attica Bank, νυν CrediaBank, αποκτώντας 585 εκατ. μετοχές με μέση τιμή κτήσης περί τα 1,60 ευρώ ανά μετοχή. Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται η πρόσθετη επιβάρυνση από τη διαγραφή αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) ύψους 239 εκατ. ευρώ, η οποία έχει ήδη βαρύνει τα δημόσια οικονομικά. Με τη σημερινή χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής στα 1,294 ευρώ, η αξία της συμμετοχής του Υπερταμείου αποτιμάται ήδη χαμηλότερα του κόστους κτήσης.
Σύμφωνα με τα εξεταζόμενα σενάρια, μια ΑΜΚ 300 εκατ. ευρώ με τιμή διάθεσης 1,20 ευρώ ανά μετοχή θα οδηγούσε στην έκδοση περίπου 250 εκατ. νέων μετοχών, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό σε περίπου 1,87 δισ. Εφόσον το Υπερταμείο δεν συμμετάσχει, το ποσοστό του θα υποχωρούσε από 36,16% σε περίπου 31,3%, καταγράφοντας αραίωση σχεδόν πέντε ποσοστιαίων μονάδων. Η εξέλιξη αυτή θα σήμαινε απώλεια της καταστατικής μειοψηφίας του 33,3%, μεταβάλλοντας ποιοτικά και θεσμικά τη θέση του Δημοσίου στην τράπεζα.
Με βάση τη θεωρητική τιμή μετά την αύξηση κεφαλαίου (TERP), η οποία εκτιμάται κοντά στα 1,28 ευρώ, η αξία της συμμετοχής του Υπερταμείου θα διαμορφωνόταν σε περίπου 749 εκατ. ευρώ, έναντι κόστους κτήσης 952 εκατ. ευρώ. Η λογιστική ζημία από τη μετοχική συμμετοχή εκτιμάται έτσι κοντά στα 200 εκατ. ευρώ. Αν συνυπολογιστεί και η διαγραφή του DTC, η συνολική επιβάρυνση για το Δημόσιο προσεγγίζει τα 440–450 εκατ. ευρώ, χωρίς να αποκλείεται περαιτέρω επιδείνωση σε περίπτωση μεγαλύτερου discount ή νέων κεφαλαιακών αναγκών.
Η διατήρηση της καταστατικής μειοψηφίας αναδεικνύεται σε κομβικό ζήτημα. Το σημερινό ποσοστό του 36,16% επιτρέπει στο Υπερταμείο να ασκεί δικαιώματα αρνησικυρίας σε κρίσιμες αποφάσεις, όπως τροποποιήσεις καταστατικού, αυξήσεις κεφαλαίου με ειδικούς όρους, συγχωνεύσεις ή περιορισμό δικαιωμάτων μειοψηφίας. Η απώλεια αυτού του ορίου θα σήμαινε ότι το Δημόσιο, παρά τη σημαντική κεφαλαιακή του έκθεση, θα στερούνταν ουσιαστικού ρόλου στον στρατηγικό έλεγχο της τράπεζας.
Για τη διατήρηση του ποσοστού του Υπερταμείου στο 36,16% θα απαιτούνταν συμμετοχή pro rata περίπου 108,5 εκατ. ευρώ, ενώ για την απλή διασφάλιση της καταστατικής μειοψηφίας εκτιμάται ότι αρκούσε επένδυση της τάξης των 75–80 εκατ. ευρώ. Μια τέτοια συμμετοχή θα μείωνε οριακά τη μέση τιμή κτήσης των μετοχών, από τα 1,60 στα περίπου 1,57 ευρώ, βελτιώνοντας λογιστικά την εικόνα, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τη ζημία.
Ακόμη και με συμμετοχή στην ΑΜΚ, η λογιστική απώλεια για το Δημόσιο δεν θα εξαφανιζόταν, αλλά θα «απλωνόταν» σε μεγαλύτερη κεφαλαιακή βάση, παραμένοντας κοντά στα 200 εκατ. ευρώ σε επίπεδο μετοχικής συμμετοχής, ενώ η συνολική έκθεση του Υπερταμείου θα υπερέβαινε το 1,06 δισ. ευρώ. Το γεγονός αυτό αυξάνει το ρίσκο περαιτέρω εγκλωβισμού δημόσιων κεφαλαίων σε μια τράπεζα με ιστορικό διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποια στάση θα τηρήσουν το Υπερταμείο, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και η Τράπεζα της Ελλάδος.
Διάψευση Στουρνάρα
Η αναφορά στην Τράπεζα της Ελλάδος δεν είναι τυχαία. Ακολουθώντας συνειδητά μια προσέγγιση «παράταση και προσποίηση»(extend and pretend) στην υπόθεση της Attica Bank, η Τράπεζα της Ελλάδος, ο αρμόδιος επόπτης του πιστωτικού ιδρύματος, αύξησε υπέρμετρα το λογαριασμό της διάσωσης της για τον Έλληνα φορολογούμενο.
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας τον Ιούλιο του 2024 στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής είχε παρουσιάσει τη συγχώνευση της Attica Bank με την Παγκρήτια Τράπεζα και τη συμμετοχή ιδιώτη επενδυτή (το σχήμα που δημιούργησε την CrediaBank) ως τη «βέλτιστη δυνατή λύση» τόσο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όσο και για τον Έλληνα φορολογούμενο. Σήμερα, λιγότερο από δύο χρόνια μετά, η πραγματική εξέλιξη της υπόθεσης δείχνει ότι βασικοί πυλώνες εκείνης της επιχειρηματολογίας έχουν σε μεγάλο βαθμό διαψευσθεί.
Ο κ. Στουρνάρας είχε υποστηρίξει ότι το ελληνικό Δημόσιο, έχοντας επενδύσει συνολικά περίπου 950 εκατ. ευρώ στην Attica Bank σε βάθος δεκαετίας, θα κατέγραφε θετική απόδοση της τάξης του 4% ετησίως, αποκομίζοντας συνολικά 1,2 έως 1,6 δισ. ευρώ, καθιστώντας την επένδυση κερδοφόρα για τον φορολογούμενο. Είχε απορρίψει δε τους ισχυρισμούς περί «χαρίσματος» της τράπεζας σε ιδιώτες, κάνοντας λόγο για έλλειμμα κατανόησης των κανόνων ανταγωνισμού και του πραγματικού κόστους που θα είχε για τη χώρα μια εναλλακτική λύση. Παράλληλα, είχε τονίσει ότι ο ιδιώτης επενδυτής συμμετέχει στην αύξηση κεφαλαίου με δυσμενέστερους όρους σε σχέση με εκείνους που ίσχυσαν στις ανακεφαλαιοποιήσεις των συστημικών τραπεζών.
Είχε επίσης προειδοποιήσει ότι η μη υλοποίηση της συμφωνίας θα οδηγούσε σε αλυσιδωτές αρνητικές εξελίξεις, με εκροές καταθέσεων, κατάρρευση τόσο της Attica Bank όσο και της Παγκρήτιας, μηδενισμό της αξίας της συμμετοχής του ΤΧΣ και ενεργοποίηση του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων, με δυνητικό κούρεμα μη εγγυημένων καταθέσεων ύψους 1,6 δισ. ευρώ και τεράστιο κόστος για το τραπεζικό σύστημα.
Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί σήμερα αποκλίνει ουσιωδώς από αυτές τις διαβεβαιώσεις. Το Δημόσιο, μέσω του ΤΧΣ και πλέον του Υπερταμείου, κατέχει μετοχές της CrediaBank με μέση τιμή κτήσης περίπου 1,60 ευρώ, ενώ η χρηματιστηριακή τους αξία κινείται χαμηλότερα, παγιώνοντας ήδη σημαντική λογιστική ζημία. Το ενδεχόμενο νέας αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ύψους 300 εκατ. ευρώ, με τιμή διάθεσης κοντά στο 1,20 ευρώ, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει το σενάριο απόδοσης 4%, αλλά οδηγεί σε περαιτέρω αραίωση της συμμετοχής του Δημοσίου και σε ζημίες που εκτιμώνται κοντά στα 200 εκατ. ευρώ μόνο από τη μετοχική συμμετοχή. Αν συνυπολογιστεί και η προαναφερόμενη διαγραφή αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης ύψους 239 εκατ. ευρώ, η συνολική επιβάρυνση για τον φορολογούμενο υπερβαίνει τα 440 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, διαψεύδεται στην πράξη και ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία διασφαλίζει τον θεσμικό ρόλο του Δημοσίου. Η πιθανή μη συμμετοχή ή περιορισμένη συμμετοχή του Υπερταμείου στη νέα αύξηση κεφαλαίου οδηγεί σε απώλεια της καταστατικής μειοψηφίας του 33%, στερώντας από το Δημόσιο δικαιώματα αρνησικυρίας σε κρίσιμες στρατηγικές αποφάσεις, παρά το γεγονός ότι έχει επωμιστεί το μεγαλύτερο μέρος της κεφαλαιακής στήριξης της τράπεζας.
Τέλος, η ίδια η ανάγκη για νέα κεφάλαια λίγους μόλις μήνες μετά τη συγχώνευση υπονομεύει τον ισχυρισμό ότι η συγκεκριμένη λύση εξασφάλισε οριστικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αντί να κλείσει τον κύκλο των διασώσεων, η υπόθεση της CrediaBank αναδεικνύει μια κατάσταση παρατεταμένης εξάρτησης από δημόσια κεφάλαια, με αυξανόμενο κόστος και μειούμενο έλεγχο για το Δημόσιο, γεγονός που καθιστά εμφανές ότι οι βεβαιότητες Στουρνάρα που διατυπώθηκαν στη Βουλή το καλοκαίρι του 2024 δεν επιβεβαιώθηκαν από την εξέλιξη των πραγμάτων.































