Πέντε σκέψεις για τα φωτογραφικά ντοκουμέντα της ναζιστικής εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή
Σκέψη πρώτη: Η σωστή πλευρά της ιστορίας, για την οποία τόσα έχουμε ακούσει από αφορμή την Ουκρανία και τη Γάζα, δεν είναι η πλευρά του ισχυρού. Το να συντάσσεσαι με τον κάθε φορά ισχυρό μπορεί να σε προστατεύει από την κρίση της συγκυρίας, αλλά τελικά δεν σε απαλλάσσει από την κρίση της ιστορίας. Στις φωτογραφίες από την Πρωτομαγιά του 1944 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ο ισχυρός κρατάει όπλο και ο ανίσχυρος πέφτει νεκρός. Κι όμως, είναι ο νεκρός που μένει αθάνατος. Τα ντροπιαστικά οικογενειακά άλμπουμ με τις φωτογραφίες βγαίνουν από τα σεντούκια μετά θάνατον και πλειστηριάζονται, εν γνώσει του τι αποδείχθηκε χρυσός και τι άνθρακας. Οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής μας καλούν να σταθούμε στη σωστή πλευρά της ιστορίας στο σήμερα.
Σκέψη δεύτερη: Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος έθεσε ιδιαίτερα καθήκοντα που δημιουργούσε η επέλαση του ναζισμού και του φασισμού. Ήταν συνέχεια του Πρώτου, καθώς εξέφραζε τη διαρκή αντιπαράθεση εθνικών κεφαλαίων και των κρατών τους στην εποχή του ιμπεριαλισμού, ήταν όμως και τομή λόγω της ποιοτικής αντεπανάστασης που σηματοδοτούσε το στρατόπεδο του Άξονα, ιδίως ο γερμανικός ναζισμός και η πολεμική του προσπάθεια. Η ναζιστική κατοχή μεγάλου μέρους της Ευρώπης, και βέβαια της Ελλάδας, έδωσε στην αντίσταση μορφή εθνική. Η ελληνική αστική τάξη πρόδωσε τον λαό του οποίου αξίωνε την ηγεσία.
Οι λαϊκές τάξεις δημιούργησαν το δικό τους αντιστασιακό κίνημα και τη δική τους ηγεσία, με κυρίαρχο τον ρόλο του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, που πάτησαν πάνω στις εργατικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου (είναι εδώ σημαντικό να θυμόμαστε ότι προηγήθηκε η δημιουργία του Εργατικού ΕΑΜ). Αυτό το - αποσιωπημένο στην επίσημη ιστορία - ταξικό πλαίσιο το εκθέτουν σε κοινή θέα οι φωτογραφίες: Έλληνες κρατούμενοι του καθεστώτος Μεταξά στις φυλακές της Ακροναυπλίας παραδόθηκαν από το ελληνικό αστικό κράτος στον Γερμανό κατακτητή, που τους εκτέλεσε σε “αντίποινα” ενάντια στην Αντίσταση και σε συνεργασία με τον ελληνικό δοσιλογισμό. Κι όσοι επέζησαν από τις φυλακές, στοχοποιήθηκαν στη συνέχεια από το παλινορθωμένο αστικό κράτος της ελληνικής κυρίαρχης τάξης, μετά την ήττα του κατακτητή. Η μορφή ήταν εθνική, αλλά το περιεχόμενο βαθιά ταξικό. Οι ταξικοί δεσμοί αποδείχθηκαν ισχυρότεροι από τους εθνικούς.
Σκέψη τρίτη: Οι εκτελεσμένοι ήταν στη μεγάλη τους πλειοψηφία μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Στα μυαλά των ανθρώπων αυτών, η μάχη ενάντια στον Χίτλερ και τους κατακτητές ήταν μια διεθνής μάχη, όσο και αν η συγκυρία διαβαζόταν εθνικά με δεδομένη και τη στροφή του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος τη δεκαετία του 1930. Ο αντιναζιστικός αγώνας ήταν συνέχεια των μαχών ενάντια στις δικτατορίες της δεκαετίας του 30, από τον Φράνκο μέχρι τον Μεταξά, ήταν ένα διεθνές καθήκον του παγκόσμιου εργατικού κινήματος και κομμάτι της προσπάθειας για τον μεγάλο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Στην πιο καθαρή του μορφή, αυτό το γνωρίζουμε από τα τεκμήρια που μας άφησε η παραγνωρισμένη (και πολλαπλά αποσιωπημένη μέσα και στην ιστορία της δικής μας πλευράς) μειοψηφία των φυλακισμένων κομμουνιστών που εντάσσονταν στην αριστερή αντιπολίτευση, είτε στις τροτσκιστικές οργανώσεις του Πουλιόπουλου και του Στίνα είτε στους αρχειομαρξιστές.
Στις φυλακές της Ακροναυπλίας, κομμουνιστές κρατούμενοι που αναφέρονταν στην Τέταρτη Διεθνή συζήτησαν οργανωμένα όσον αφορά τη στάση που πρέπει να κρατήσουν απέναντι στον επερχόμενο πόλεμο και αποτύπωσαν αυτή τη συζήτηση στα «Τετράδια της Ακροναυπλίας». Κρατούμενοι, όπως ο Γιώργος Κρόκος, που συμμετείχαν σε αυτή τη συζήτηση, η οποία διασώζεται χάρη στην επιμέλεια του κρατούμενου στελέχους της ΕΟΚΔΕ Χρήστου Αναστασιάδη, περιλαμβάνονται στους εκτελεσμένους της Καισαριανής.
Σκέψη τέταρτη: Αυτό που συγκινεί σήμερα, ιδίως τις αριστερές και τους αριστερούς που τις τελευταίες μέρες συζητάνε τα συγκλονιστικά τεκμήρια, είναι το ηθικό μεγαλείο των αγωνιστών που αντιμετωπίζουν όρθιοι τους δημίους τους. Το καλοκαίρι διάβασα τις παραδόσεις του Αλέν Μπαντιού που κυκλοφορούν ως βιβλίο με τον τίτλο «Ο εικοστός αιώνας» από τις εκδόσεις Ερατώ. Αντιγράφω εδώ ένα απόσπασμα που μου ήρθε αμέσως στο μυαλό όταν είδα τις φωτογραφίες και ετρεξα να το ξαναδιαβάσω: “το πραγματικό όπως αυτό συλλαμβάνεται στην ενδεχομενική απολυτότητά του, ουδέποτε είναι αρκούντως πραγματικό ώστε να μην εγείρει την υποψία του προσποιητού. Το πάθος του πραγματικού ενέχει κατ' ανάγκην την υποψία… Όλες οι υποκειμενικές κατηγορίες της επαναστατικής πολιτικής, όπως «πεποίθηση», «εντιμότητα», «αρετή», «ταξική θέση», «υπακοή στο Κόμμα», «επαναστατικός ζήλος, κ.λπ., φέρουν το στίγμα της υποφίας ότι ο υποτιθέμενος πυρήνας πραγματικού που εμπεριέχουν δεν είναι στην πραγματικότητα παρά προσποιητός…
Ποιο είναι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, το μόνο σίγουρο πράγμα; Το μηδέν. Μόνο το τίποτε δεν είναι ύποπτο, καθότι δεν αξιώνει κανένα πραγματικό... Ο θάνατος αποτελεί τελικά τη μόνη εφικτή ονομασία της καθαρής ελευθερίας, και το «ευ θνήσκειν» το μόνο πράγμα που δεν μπορούμε όντως να υποπτευθούμε. Το δίδαγμα, αρκετά απλό εντέλει, είναι ότι, κυριολεκτικά μιλώντας… είναι αδύνατον να προσποιηθεί κανείς ότι πεθαίνει». Σε μια εποχή απώλειας των βεβαιοτήτων και σε μια δύσκολη πολιτική συγκυρία για την αριστερά, οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής προσφέρουν έναν αναλλοίωτο ηθικό πυρήνα πέραν πάσης πολιτικής υποψίας.
Σκέψη πέμπτη: Το όνομα Χρήστος Αναστασιάδης (στο αρχείο του οποίο στο ΕΛΙΑ τηρούνται τα Τετράδια της Ακροναυπλίας) ερχόταν ξανά και ξανά σε κάθε συζήτηση που κάναμε με τον ιστορικό του εργατικού κινήματος Δημήτρη Λιβιεράτο. Ο Λιβιεράτος ήταν η γέφυρα με αυτή τη γενιά, και όχι μόνο μέσα από τα βιβλία του όπως οι τόμοι για το μεσοπολεμικό εργατικό κίνημα και η βιογραφία του Παντελή Πουλιόπουλου (ακροναυπλιώτης και αυτός, εκτελεσμένος όμως στο Νεζερό από τους Ιταλούς), αλλά μέσα από την ίδια τη ζωή του.
Μπορεί η ενότητα του ΕΑΜ «από τον Βασιλιά μέχρι τον Ζεύγο» να μην χωρούσε την οργάνωση του τυπογράφου Θωμά Αποστολίδη στην οποία ανήκε ο Λιβιεράτος. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Μίμη να συμμετάσχει στον εφεδρικό ΕΛΑΣ και δεν τον έσωσε από την απαγωγή και τη φυλάκιση στα «σύρματα» της Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου από τους Άγγλους «απελευθερωτές» μαζί με χιλιάδες άλλους, των οποίων έγραψε την ιστορία.
Οι φωτογραφίες της Καισαριανής μας θυμίζουν ότι στη μάχη ενάντια στον φασισμό και το σύστημα που τον γεννάει πατάμε πάνω σε ώμους γιγάντων. Που πάει να πει: καθημερινών ανθρώπων του μόχθου και της βιοπάλης που απάντησαν στο κάλεσμα των καιρών τους και στάθηκαν όρθιοι όταν αυτό χρειάστηκε.
(Ο Θανάσης Καμπαγιάννης είναι Δικηγόρος, σύμβουλος ΔΣΑ με την Εναλλακτική Παρέμβαση- Ανάρτηση στο fb)





























