Η Τράπεζα Πειραιώς παρουσίασε σήμερα το νέο Επιχειρηματικό Σχέδιο για την περίοδο 2026-2030, περιγράφοντας τις στρατηγικές της φιλοδοξίες και τους βασικούς χρηματοοικονομικούς στόχους για τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξή της. Η στρατηγική της τράπεζας βασίζεται σε τρεις κύριους άξονες: ισχυρή και κερδοφόρα ανάπτυξη, ενίσχυση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας και βέλτιστη κατανομή κεφαλαίου με στόχο τη δημιουργία αυξημένης αξίας για τους μετόχους.
Στο επίκεντρο του σχεδίου βρίσκεται η επιδίωξη διατηρήσιμης κερδοφορίας, με την τράπεζα να στοχεύει σε απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoaTBV) περίπου 18% έως το 2030 και σε εύρος 15%-18% κατά την περίοδο 2026-2030. Η στρατηγική αυτή στηρίζεται σε σταθερή παραγωγή καθαρών κερδών, η οποία εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ετήσια αύξηση των κερδών ανά μετοχή περίπου κατά 10%.
Η πιστωτική επέκταση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, με ετήσια αύξηση δανείων κατά 10% στην επιχειρηματική πίστη και περίπου 5% στη λιανική τραπεζική. Παράλληλα, η τράπεζα διατηρεί στόχο για δείκτη κόστους προς έσοδα γύρω στο 30% κατά μέσο όρο την περίοδο 2026-2030, μέσα από πειθαρχία κόστους, ψηφιακό μετασχηματισμό και στοχευμένες επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογία. Στο ίδιο πλαίσιο, θέτει ως στόχο τη βελτίωση της εμπειρίας πελάτη, με τον δείκτη ικανοποίησης (NPS) να υπερβαίνει το 20 έως το 2030 από 14 σήμερα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ενίσχυση των αποδόσεων προς τους μετόχους. Η διοίκηση της τράπεζας επιδιώκει υπερδιπλασιασμό του μερίσματος ανά μετοχή, από 40 σεντ το 2025 σε περίπου 80 σεντ έως το 2030, ενώ η συνολική ετήσια αύξηση της αξίας για τους μετόχους –μέσω ενσώματης λογιστικής αξίας και μερισμάτων– εκτιμάται στο 13% κατά μέσο όρο στην πενταετία. Σημειώνεται ότι η διανομή μερίσματος τελεί υπό την έγκριση των εποπτικών αρχών και της γενικής συνέλευσης των μετόχων.
Στον τομέα των δανείων, τα εξυπηρετούμενα ανοίγματα αναμένεται να αυξηθούν από περίπου 37 δισ. ευρώ το 2025 σε περίπου 56 δισ. ευρώ έως το 2030, τόσο μέσω της επιχειρηματικής τραπεζικής όσο και της λιανικής. Η ανάπτυξη αυτή θα στηριχθεί σε νέα ψηφιακά προϊόντα και αναβαθμισμένες υπηρεσίες, που στόχο έχουν να ενισχύσουν τη ζήτηση και να δώσουν στην τράπεζα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην ελληνική αγορά.
Παράλληλα, οι καταθέσεις εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, φθάνοντας περίπου τα 76 δισ. ευρώ το 2030 από 66 δισ. ευρώ το 2025, χρηματοδοτώντας το μεγαλύτερο μέρος της πιστωτικής επέκτασης. Η τράπεζα διαθέτει ευρεία πελατειακή βάση με περισσότερους από 10 εκατ. λογαριασμούς.
Σημαντική αναμένεται να είναι και η ανάπτυξη στη διαχείριση κεφαλαίων, με τα υπό διαχείριση κεφάλαια (AuM) να προβλέπεται ότι θα ξεπεράσουν τα 20 δισ. ευρώ έως το 2030 από 14,5 δισ. ευρώ το 2025. Η εξέλιξη αυτή θα υποστηριχθεί από καινοτόμες επενδυτικές λύσεις, ενίσχυση του δικτύου relationship managers και αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης.
Ιδιαίτερη σημασία στο νέο επιχειρηματικό σχέδιο έχει και η εξαγορά της Εθνική Ασφαλιστική, η οποία δημιουργεί προοπτικές για σημαντικές συνέργειες, διασταυρούμενες πωλήσεις και μεγαλύτερη διαφοροποίηση εσόδων. Τα ασφάλιστρα πελατών αναμένεται να διαμορφωθούν περίπου στα 1,6 δισ. ευρώ έως το 2030, από περίπου 0,8 δισ. ευρώ το 2025, καθώς η τράπεζα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της σε μια αναπτυσσόμενη ασφαλιστική αγορά.
Η αποτελεσματικότητα αποτελεί τον δεύτερο βασικό πυλώνα της στρατηγικής, με την τεχνολογία να λειτουργεί ως καταλύτης. Ο δείκτης εξόδων προς ασφάλιστρα στον ασφαλιστικό βραχίονα εκτιμάται ότι θα μειωθεί περίπου στο 8% έως το 2030 από 13% το 2025, ενώ η παραγωγικότητα προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά, με τα υπό διαχείριση κεφάλαια ανά εργαζόμενο να ενισχύονται κατά 30%.
Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει και η τεχνητή νοημοσύνη, από την οποία η τράπεζα εκτιμά ότι θα προκύψει ετήσιο όφελος περίπου 70 εκατ. ευρώ. Στο χαρτοφυλάκιο βρίσκονται ήδη 50 εφαρμογές γενετικής τεχνητής νοημοσύνης για βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας και 13 εφαρμογές για παραγωγή εσόδων, με ποσοστό υιοθέτησης εργαλείων AI που αναμένεται να ξεπεράσει το 75%.
Ο τρίτος στρατηγικός πυλώνας αφορά τη βελτιστοποιημένη κατανομή κεφαλαίου. Η τράπεζα στοχεύει στη διατήρηση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 στο 12,5%, με απόθεμα άνω των 200 μονάδων βάσης έναντι των εποπτικών απαιτήσεων, καθώς και σε σταθερή αύξηση των διανομών προς τους μετόχους.
Σύμφωνα με τη μερισματική πολιτική, η τράπεζα στοχεύει σε διανομή έως και 65% των ετήσιων καθαρών κερδών, συμπεριλαμβανομένων ενδιάμεσων μερισμάτων. Συνολικά, εκτιμάται ότι περίπου 5 δισ. ευρώ θα επιστραφούν στους μετόχους για τα κέρδη της περιόδου 2025-2030. Παράλληλα, αυξημένη αναμένεται η συμβολή δραστηριοτήτων χαμηλής κεφαλαιακής έντασης, όπως η διαχείριση κεφαλαίων και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες, ενώ η τράπεζα σχεδιάζει περαιτέρω κεφαλαιακή αποδέσμευση μέσω ενεργητικής διαχείρισης χαρτοφυλακίων και συναλλαγών μεταφοράς ουσιώδους κινδύνου.

































