Ο θάνατος του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ ήταν ένα σημαντικό πλήγμα για την οικογένειά του, τους ψηφοφόρους του και την αμερικανική κυβέρνηση αλλά και ένα βαθύ πισωγύρισμα για την επίλυση των παγκόσμιων συγκρούσεων που αφορούν στην Ουκρανία και τη Ρωσία, το Ισραήλ και το Ιράν.
Όπως γράφει άρθρο του Time, η ακλόνητη στάση του Γκράχαμ απέναντι στη στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας και του Ισραήλ ήταν μια ζωτικής σημασίας παρέμβαση στους διαδρόμους της αμερικανικής ισχύος. Ο Γκράχαμ εισήγαγε τον Νόμο περί Κυρώσεων κατά της Ρωσίας του 2025, με στόχο να συστηματοποιήσει τις κυρώσεις εναντίον της Μόσχας, με ισχυρή διακομματική υποστήριξη και την προφανή ευλογία του Ντόναλντ Τραμπ.
Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν έναν βασικό μοχλό πίεσης στον πόλεμο αυτό, η πιστή στήριξη που λαμβάνει η Ουκρανία από την ΕΕ έχει βοηθήσει στην ενδυνάμωση του ουκρανικού ηθικού και τς στρατιωτικής ισχύς στο πεδίο της μάχης. Παρόλα αυτά ωστόσο θα μπορούσαν ακόμα να γίνουν πολλά περισσότερα από πλευράς Ευρώπης.
Οι κυρώσεις του Γκράχαμ όριζαν την επιβολή ύψους 500% σε δευτερεύουσες κυρώσεις, κυρώσεις που μπλοκάρουν την ιδιοκτησία οποιουδήποτε χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που ανήκει στη Ρωσία ή σε άτομα εντός της ρωσικής κυβέρνησης, και περαιτέρω τραπεζικές κυρώσεις. Αυτός ο νόμος περί κυρώσεων κατά της Ρωσίας, που ίσως σύντομα μετονομαστεί σε νόμο «Lindsey Graham» στη μνήμη του, θα κατάφερνε ένα σοβαρό πλήγμα που θα μπορούσε, πιθανότατα, να τερματίσει την εισβολή του Βλαντιμίρ Πούτιν στην Ουκρανία.
Την περασμένη εβδομάδα στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, οι ηγέτες συγκεντρώθηκαν για να απαθανατίσουν τη στιγμή για την παραδοσιακή οικογενειακή φωτογραφία και να επαναλάβουν τη στήριξή του στην Ουκρανία. Ήταν μια σύγκλιση σεβασμού αρχών για την επιβίωση ενός κυρίαρχου, ειρηνικού γειτονικού έθνους και αμοιβαίου συμφέροντος απέναντι στην αυτοκρατορική ατζέντα του Πούτιν, σχολιάζει το Time.
Το τελικό κοινό ανακοινωθέν ήταν αποφασιστικό, με τους αμυντικούς προϋπολογισμούς των μελών του ΝΑΤΟ να αυξάνονται ενώ η γενναιόδωρη ανθρωπιστική υποστήριξη προς την Ουκρανία γιορτάστηκε με θερμό χειροκρότημα.Ωστόσο, παρά όλη αυτή την κρίσιμη υποστήριξη, η Δύση είχε τη δύναμη να τερματίσει αυτόν τον πόλεμο εδώ και πολύ καιρό και με σχετικά μέτριο κόστος, αν είχε τη συνέπεια να ταιριάξει το πνεύμα με τις πράξεις της.
Πώς ο ιδιωτικός τομέας πολέμησε τον Πούτιν
Πέρα από την ανώτερη στρατιωτική ισχύ και την κοινή διπλωματική φωνή, η Δύση έχει δυναμική οικονομική ισχύ. Η συνάντηση στην Άγκυρα προώθησε μια παρήγορη μυθοπλασία κοινής δράσης, μια άσκηση αυτοεπαίνεσης που έκρυβε μια άβολη αλήθεια: ο ιδιωτικός τομέας πολέμησε αυτόν τον πόλεμο με μεγαλύτερη συνέπεια και μεγαλύτερο θάρρος από πολλές από τις κυβερνήσεις που τώρα επαινούν η μία την άλλη.
Μέσα σε μόλις λίγες μέρες από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ομάδα του Γιέιλ κινητοποίησε σχεδόν 200 εθελοντές ερευνητές για να εργαστούν προκειμένου να παρακολουθούν κάθε μεγάλη πολυεθνική που δραστηριοποιείται στη Ρωσία και να βαθμολογούν δημόσια την καθεμία από αυτές
Αυτή η εκστρατεία διαφάνειας βοήθησε να καταλύσει την ιστορική αποχώρηση πάνω από 1.200 εταιρειών από τη Ρωσία, τη μεγαλύτερη εθελοντική εταιρική έξοδο που έχει καταγραφεί ποτέ. Οι εταιρείες αυτές αντιπροσώπευσαν σχεδόν το 40% του ΑΕΠ της Ρωσίας την περίοδο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος.
Η αποχώρησή τους εξαφάνισε τρεις δεκαετίες ξένων επενδύσεων και προχώρησε πολύ πέρα από όποιες κυρώσεις. Αυτή η διάκριση έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι εκτιμούν πολλοί αναλυτές. Οι κυρώσεις και η εταιρική αποχώρηση είναι συμπληρωματικά αλλά θεμελιωδώς διαφορετικά μέσα.
Οικονομικές κυρώσεις Vs εταιρικές αποχωρήσεις
Οι οικονομικές κυρώσεις είναι καταναγκαστικά εργαλεία με τα οποία οι κυβερνήσεις επιβάλλουν συμμόρφωση υπό την απειλή νομικών κυρώσεων. Οι εκούσιες εταιρικές έξοδοι αντίθετα, φέρουν ηθικό βάρος και πραγματική ισχύ στην αγορά. Όταν τα διοικητικά συμβούλια και οι διευθύνοντες σύμβουλοι κατέληξαν ανεξάρτητα στο συμπέρασμα ότι η Ρωσία του Πούτιν είχε καταστεί τόσο νομικά αδικαιολόγητη όσο και εμπορικά μη επενδυτική, αυτό ήταν ένα σημαντικό πλήγμα για την προπαγάνδα του Πούτιν, την παγκόσμια θέση του και την οικονομική του θέση.
Οι δύο αυτές προσεγγίσεις είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να λειτουργούν ως μία γροθιά, όπως έδρασαν και στην περίπτωση του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Οι κυρώσεις εμποδίσουν τις εταιρείες με αρχές να υπονομεύονται από καιροσκόπους ανταγωνιστές. Η εταιρική αποχώρηση στερεί από το Κρεμλίνο ό,τι η νομοθεσία από μόνη της δεν μπορεί να φτάσει: τεχνολογία, κεφάλαιο και νομιμότητα. Για τέσσερα χρόνια, το εταιρικό χτύπημα έχει εφαρμοστεί. Είναι το χτύπημα της κυβέρνησης, που έχει επανειλημμένα ασκηθεί, με τις δυτικές κυβερνήσεις να χαλαρώνουν επανειλημμένα τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να τις αυστηροποιούν.
Παράδειγμα η χαλάρωση της επιβολής ενεργειακών κυρώσεων στη Ρωσία. Τον Μάριο, τον Απρίλιο και τον Μάιο, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επανειλημμένα εξέδωσε ή επέκτεινε γενικές άδειες που επέτρεπαν την πώληση και μεταφόρτωση του αργού πετρελαίου από τη Ρωσία που βρισκόταν ήδη εν πλω. Οι αξιωματούχοι υπεραμύνθηκαν της κίνησης κάνοντας λόγο για μέτρα που σταθεροποιούν την αγορά ενέργειας. Το timing ωστόσο δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο: η πίεση ήταν στα πρόθυρα της διάσπασης της οικονομικής δύναμης του Πούτιν. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025, το αργό πετρέλαιο στα Ουράλια είχε πέσει κάτω από τα 40 δολάρια το βαρέλι.
Τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο είχαν μειωθεί στο μικρότερο μερίδιό τους στον προϋπολογισμό της Ρωσίας εδώ και δύο δεκαετίες. Το ΔΝΤ προέβλεψε ανάπτυξη μόλις 0,8%. Στη συνέχεια ήρθαν οι απαλλαγές. Οι ρωσικές εξαγωγές αργού πετρελαίου αυξήθηκαν από 4,9 εκατ. βαρέλια τη μέρα τον Φεβρουάριο σε 6 εκατ. μέχρι τον Μάιο. Έκτοτε η μη επιβολή των ρωσικών ενεργειακών κυρώσεων επέτρεψε στον Πούτιν να συνεχίσει να αποκομίζει απροσδόκητα κέρδη από τις αυξημένες τιμές του πετρελαίου.
Πώς η Ευρώπη απογοήτευσε την Ουκρανία
Και αν η Ουάσινγκτον υπήρξε ασυνεπής, μεγάλο μέρος της Ευρώπης υπήρξε εξαιρετικά αντιφατική. Για παράδειγμα η Γαλλία: παρά τις δημόσιες διαμαρτυρίες κατά του Πούτιν, η Total Energies σημείωσε αποζημιώσεις αξίας 14,8 δισ. δολ., διατηρώντας παράλληλα σιωπηλά τα κέρδη της: ένα μερίδιο 19,4% στη Novatek, τον μεγαλύτερο παραγωγό υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) της Ρωσίας, και ένα μερίδιο 20% στο έργο Yamal LNG, τα φορτία του οποίου συνεχίζουν να φτάνουν σε γαλλικά λιμάνια βάσει μακροπρόθεσμων συμβάσεων.
Η Γαλλία έγινε ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ρωσικού LNG το 2024, βοηθώντας επί της ουσίας τη Ρωσία να χτίσει υποδομές εξαγωγών που δεν είχε στο παρελθόν παρά το γεγονός ότι οΓάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν πίεζε για στρατηγικές λύσεις απέναντι στη Ρωσία. Η Le Monde ανέφερε πως ανέφερε ότι το συμπύκνωμα από μια κοινοπραξία της Total Energies είχε υποστεί επεξεργασία σε καύσιμο για αεριωθούμενα αεροσκάφη που τροφοδοτούσαν ρωσικά αεροσκάφη, τα οποία έκαναν επιθέσεις σε ουκρανικές πόλεις. Η εταιρεία αρνήθηκε ότι διέπραξε κάποιο αδίκημα, πούλησε ένα από τα μερίδια που επηρεάστηκαν και διατήρησε το υπόλοιπο.
Το τιτάνιο έχει μία ανάλογη ιστορία. Η Boeing εγκατέλειψε το ρωσικό τιτάνιο μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή και με επιτυχία ξαναέχτισε την εφοδιαστική της αλυσίδα μέσω συμμαχικών χωρών. Η Airbus, αντίθετα, η οποία τότε λάμβανε σχεδόν το μισό από το τιτάνιό της από την VSMPO-AVISMA, μία εταιρεία με σχέσεις με την ρωσική κρατική εταιρεία άμυνας, Rostec αντέδρασε στις κυρώσεις για το ρωσικό τιτάνιο. Ο CEO της Airbus προειδοποίησε ότι οι κυρώσεις κατά του ρωσικού τιτανίου θα ισοδυναμούσαν με «επιβολή κυρώσεων στον εαυτό μας», και η εταιρεία επέλεξε τον θρασύτατο οπορτουνισμό και κάλυψε το κενό που άφησε η Boeing.
Η κυβέρνηση της Αυστρίας, από την άλλη, δεν κατάφερε να επιβληθεί της τράπεζας Raiffeisen, η οποία παρέμεινε στη θέση της ως η μεγαλύτερη τράπεζα της Δύσης που συνέχισε να λειτουργεί στη Ρωσία. Τότε παρουσίαζε κέρδη αποφέροντας κάθε χρόνο εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στο ρωσικό υπουργείο οικονομικών. Τα σούπερ μάρκετ Auchan της οικογένειας του Γάλλου δισεκατομμυριούχου Mulliez δεν έφυγαν ποτέ από τη Ρωσία, επιμένοντας ότι η αποστολή τους ήταν απλώς να ταΐζουν τους αμάχους.
Η Γερμανία παρουσίασε ένα επίσης σημαντικό παράδειγμα. Οι γερμανικές εξαγωγές στο Κιργιστάν, μία χώρα μόλις 7 εκατ. πολιτών, έχουν σχεδόν 10πλασιαστεί από την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Το Κιργιστάν έγινε απλά ένας τεράστιος διάδρομος επανεξαγωγής της Ρωσίας. Η χώρα έχει γίνει επίσης «φυτώριο» για εγκληματική δραστηριότητα με κρυπτονομίσματα, διευκολύνοντας παράνομες ανταλλαγές κρυπτονομισμάτων και χρησιμεύοντας ως έδρα για το A7A5, το σταθερό κρυπτονόμισμα που υποστηρίζεται από τη Ρωσία. Οι χρηματοπιστωτικές ρυθμιστικές αρχές της χώρας επιτρέπουν στις εταιρείες κρυπτονομισμάτων που έχουν υποστεί κυρώσεις από τη Δύση να λειτουργούν ελεύθερα.
Ωστόσο, η Ευρώπη έχει επεκτείνει στο Κιργιστάν εξαιρετικά ευνοϊκούς εμπορικούς όρους μέσω του Γενικευμένου Συστήματος Προτιμήσεων Plus (GSP+), το οποίο επιτρέπει στη χώρα να εξάγει περισσότερες από 6.200 κατηγορίες αγαθών στην αγορά της ΕΕ χωρίς δασμούς. Εν τω μεταξύ, κατά το Time, οι «ανεξέλεγκτοι Έλληνες εφοπλιστές έχουν επωφεληθεί πουλώντας δεκάδες παλιά τάνκερ στον σκιώδη στόλο της Ρωσίας, συμβάλλοντας στη διατήρηση της αποφυγής των κυρώσεων, ενώ παράλληλα συμβάλλουν στην αύξηση των περιβαλλοντικών κινδύνων.
Η αποτυχία δεν περιορίζεται στην Ευρώπη
Τα διυλιστήρια της Ινδίας, που έχουν αγοράσει τον μεγαλύτερο όγκο του ρωσικού αργού πετρελαίου πριν τον πόλεμο, τώρα προμηθεύεται έως και το 40% των εισαγωγών της από τη Ρωσία, προτού εξάγει διυλισμένα προϊόντα πίσω στις δυτικές αγορές σε υψηλότερη τιμή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συνέπεια της εξόδου των εταιρειών, με επικεφαλής συντριπτικά τις αμερικανικές εταιρείες, είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Περισσότερες από τις 1.500 και πλέον εταιρείες που συνεχίζει να παρακολουθεί η ομάδα του Γιέιλ, οι 1.000 και ακόμα παραπάνω έχουν μειώσει ή τερματίσει τις ρωσικές δραστηριότητές τους πέρα από οτιδήποτε απαιτεί ο νόμος.
Η πιο σημαντική οπισθοδρόμηση ωστόσο έρχεται δυσανάλογα από γερμανικές, γαλλικές, ινδικές, κινεζικές και ουζμπέκικες εταιρείες. Ακόμα και ο ίδιος ο Πούτιν έχει προειδοποιήσει πως εταιρείες της Δύσης που έκλεισαν την πόρτα δεν πρέπει να αναμένουν εύκολη επιστροφή. Αμερικανικές εταιρείες, κράτησαν τον λόγο τους σε γενικές γραμμές. Αρκετές κυβερνήσεις όμως όχι.
Πώς θα σταματήσει το Κρεμλίνο να αποφεύγει τις κυρώσεις
Το ερώτημα που αιωρείται δεν ήταν αν η οικονομική πίεση λειτουργεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις μπορούν να ανταποκριθούν στην αποφασιστικότητα που έχουν ήδη επιδείξει τόσες πολλές ιδιωτικές εταιρείες. Μέχρι στιγμής, σχολιάζει το Time, έχουν αποτύχει θλιβερά.
Αυτό γίνεται όλο και χειρότερο, καθώς η Ρωσία καταφέρνει να βρίσκει ολοένα και πιο έξυπνους τρόπους για να αποφύγει τις υπάρχουσες κυρώσεις, και το υπάρχον καθεστώς κυρώσεων προφανώς δεν καταφέρνει να συμβαδίσει. Όπως διαπίστωσε ο Alexander Browder στην πρωτοποριακή του έρευνα, το λεγόμενο δίκτυο A7, μία ιδιωτική ρωσική πλατφόρμα πληρωμών που τάσσεται στο πλάι τηςκυβέρνησης Πούτιν και είναι αντιμέτωπη με κυρώσεις, κινεί περίπου 90 δισ. δολάρια ετησίως. Δηλαδή, πάνω από το μισό του συνολικού στρατιωτικού προϋπολογισμού της Ρωσίας.
Ωστόσο, το δίκτυο A7 έχει γίνει στόχος μόνο μίας κυβερνητικής κύρωσης, την οποία η ίδια η Επιτροπή Τραπεζών της Γερουσίας χαρακτήρισε «σαφώς ανεπαρκή». Το κυρίαρχο χρηματοοικονομικό μέσο, το κρυπτονόμισμα A7A5, υποστηρίζεται από μια ρωσική αμυντική τράπεζα που έχει υποστεί κυρώσεις. Κι όμως, έχει ανεξήγητα παραμείνει εκτός του εύρους των κυβερνητικών κυρώσεων.
Η συνταγή είναι απλή: αυτό που πρέπει να γίνει είναι να εφαρμοστεί ένα πολύ πιο πλήρες και ολοκληρωμένο σύνολο οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ώστε να διαλύσει το σκιώδες δίκτυο χρηματοδότησής του, διακόπτοντας παράλληλα τους παράγοντες που λειτουργούν εντός του Κιργιστάν και άλλων ενδιάμεσων χωρών. Παράλληλα, θα πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις στον σκιώδη στόλο για να σταματήσει η παράνομη ροή ρωσικού πετρελαίου, να επιβληθούν σημαντικοί δευτερογενείς δασμοί και να σταματήσει η εξυπηρέτηση των ευρωπαϊκών εταιρειών, μεταξύ αυτών οι Total Energies, Airbus και Raiffeisen, των οποίων η συμπεριφορά έχει βοηθήσει ενεργά τη Ρωσία να ανοικοδομήσει τις οικονομικές της δυνατότητες.
Πάνω από 1.200 ιδιωτικές εταιρείες έκαναν το καθήκον τους. Κράτησαν τη γραμμή κατά τη διάρκεια των εξαντλητικών χρόνων του πολέμου, αντιστεκόμενες στην έλξη των κερδών και την πίεση των αντιποίνων του Κρεμλίνου. Τώρα οι κυβερνήσεις πρέπει να επιδείξουν την ίδια αποφασιστικότητα και το θάρροος στην εφαρμογή πιο ολοκληρωμένων κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Με πληροφορίες του TIME



























