Σε σημαντική υποβάθμιση των προοπτικών της οικονομίας της Ευρωζώνης οδηγούν οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με την αξιολόγηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για το 2026.
Το ΔΝΤ προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 0,9% φέτος, από 1,4% το 2025, ενώ την ίδια στιγμή οι πληθωριστικές πιέσεις αναμένεται να ενισχυθούν, με τον γενικό πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 2,9%.
Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ ολοκλήρωσε τη διαβούλευση για την ευρωζώνη, επισημαίνοντας ότι η οικονομία της περιοχής, παρά το γεγονός ότι εισήλθε στη χρονιά από σχετικά ισχυρή θέση, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα δυσμενέστερο και ιδιαίτερα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να περιοριστεί στο 0,9% το 2026 και να ενισχυθεί στο 1,2% το 2027. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι χαμηλότερες κατά 0,5 και 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα, σε σχέση με τις προβλέψεις που είχαν διαμορφωθεί πριν από τον πόλεμο. Ο πληθωρισμός, από 2,1% το 2025, εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 2,9% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 2,3% το 2027.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει τις προοπτικές
Το Ταμείο αποδίδει την επιδείνωση των προοπτικών κυρίως στις διαταραχές στην ενεργειακή προσφορά που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η υποχώρηση της εμπιστοσύνης, η αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και οι νέες πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν ένα δύσκολο μείγμα για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Κατά το ΔΝΤ, οι κίνδυνοι είναι σαφώς προσανατολισμένοι προς χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό, με τη μεγαλύτερη πηγή αβεβαιότητας να αφορά την έκταση και τη διάρκεια των αναταράξεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Μια πιο αργή αποκατάσταση της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις τιμές.
Στο δυσμενές σκηνικό προστίθενται, σύμφωνα με την έκθεση, η πιθανότητα περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και ενδεχόμενες νέες αναταράξεις από δασμούς και αλλαγές στην εμπορική πολιτική. Οι παράγοντες αυτοί θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα περισσότερο ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ' ό,τι αναμένεται σήμερα.
Ανησυχία για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα
Αυξημένοι εμφανίζονται και οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι μια απότομη διεθνής στροφή των επενδυτών μακριά από τον κίνδυνο θα μπορούσε να ενισχύσει τις αρνητικές επιπτώσεις στις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων. Παράλληλα, πιθανές πιέσεις στους ισολογισμούς μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με υψηλή μόχλευση θα μπορούσαν να μεταδοθούν στις τράπεζες και στις βασικές αγορές χρηματοδότησης.
Οι συστάσεις του ΔΝΤ για νομισματική και δημοσιονομική πολιτική
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΔΝΤ ζητεί προσεκτικά σχεδιασμένη και ευέλικτη αντίδραση από τις ευρωπαϊκές αρχές. Η νομισματική πολιτική, σύμφωνα με το Ταμείο, θα πρέπει να παραμείνει προσανατολισμένη στη σταθερότητα των τιμών και στη διατήρηση σταθερών πληθωριστικών προσδοκιών, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται βάσει των οικονομικών δεδομένων και της εξέλιξης των προοπτικών για τον πληθωρισμό.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, το Εκτελεστικό Συμβούλιο θεωρεί ότι η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στο νέο σοκ θα πρέπει να είναι οι αυτόματοι σταθεροποιητές της οικονομίας. Οποιαδήποτε πρόσθετα μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι προσωρινά και στοχευμένα, χωρίς να αλλοιώνουν τα μηνύματα των τιμών προς επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Παράλληλα, το Ταμείο επιμένει στην ανάγκη δημοσιονομικής σύνεσης και αξιόπιστων μεσοπρόθεσμων σχεδίων, ιδιαίτερα για τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος. Η διαρθρωτική δημοσιονομική προσαρμογή παραμένει βασική προτεραιότητα, με έμφαση στην καλύτερη ιεράρχηση των δαπανών, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του Δημοσίου και στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου.
Τα στοιχεία του ΔΝΤ δείχνουν ότι το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της ευρωζώνης προβλέπεται να αυξηθεί από 3% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,5% το 2026 και να παραμείνει στο ίδιο επίπεδο το 2027. Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα κινηθεί ανοδικά, από 87,4% του ΑΕΠ το 2025 σε 88,4% το 2026 και 88,8% το 2027, με την πρόβλεψη να φθάνει στο 92,9% το 2031.
Στην αγορά εργασίας, πάντως, η εικόνα παραμένει σχετικά ανθεκτική. Η ανεργία προβλέπεται στο 6,3% το 2026, από 6,3% το 2025, και στο 6,2% το 2027. Ωστόσο, η αύξηση της απασχόλησης αναμένεται να επιβραδυνθεί αισθητά, στο 0,2% το 2026 και το 2027, έναντι 0,8% το προηγούμενο έτος.
Μεταρρυθμίσεις για ενίσχυση της ανάπτυξης
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει το ΔΝΤ και στην ανάγκη επιτάχυνσης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η εμβάθυνση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς χαρακτηρίζεται ως ένας από τους αποτελεσματικότερους τρόπους για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της ανθεκτικότητας της Ευρώπης. Το Ταμείο ζητεί περιορισμό των διασυνοριακών εμποδίων, μεγαλύτερη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, αποτελεσματικότερη ένταξη των μεταναστών και καλύτερη προετοιμασία των ευρωπαϊκών οικονομιών για την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης.
Κεντρική θέση στις συστάσεις καταλαμβάνει και η ενεργειακή ασφάλεια. Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να προχωρήσει περαιτέρω στην ενοποίηση των ενεργειακών αγορών της και να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση, προκειμένου να περιορίσει την έκθεσή της σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Παράλληλα, οι διευθυντές του Ταμείου τάσσονται υπέρ της προώθησης της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ενώ εκτιμούν ότι το ψηφιακό ευρώ θα μπορούσε να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των πληρωμών και να ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση. Θεωρούν, επίσης, ότι η ενίσχυση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του πλαισίου χρηματοδότησής του θα μπορούσε να στηρίξει αποτελεσματικότερα τις κοινές ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Στο μέτωπο του εμπορίου, το ΔΝΤ χαιρετίζει τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για διαφοροποίηση των εμπορικών της σχέσεων και τη στήριξη ενός ανοικτού, βασισμένου σε κανόνες διεθνούς εμπορικού συστήματος. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι οι πολιτικές για τη μείωση των εξωτερικών εξαρτήσεων στις αλυσίδες εφοδιασμού θα πρέπει να είναι στοχευμένες, ώστε να περιορίζονται οι οικονομικές στρεβλώσεις και το δημοσιονομικό κόστος.
Παρά την ανθεκτικότητα που εξακολουθεί να εμφανίζει το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, το Ταμείο ζητεί στενή παρακολούθηση των κινδύνων που συνδέονται με τις υψηλές αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων και τη διεύρυνση της δραστηριότητας του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών εξυγίανσης, ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης και πλήρους και έγκαιρης εφαρμογής της Βασιλείας III, προειδοποιώντας ότι η απλοποίηση των κανονιστικών κανόνων δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε χαλάρωση των προτύπων προληπτικής εποπτείας.



























