Κανείς δεν ξεκινά έναν πόλεμο περιμένοντας ότι θα κρατήσει για πάντα.
Κι όμως, από την εποχή του Βιετνάμ, οι αμερικανοί πρόεδροι εμπλέκονται επανειλημμένα σε συγκρούσεις που μοιάζουν να μην έχουν τέλος - τουλάχιστον μέχρι ο επόμενος πρόεδρος (ή ο μεθεπόμενος) να αποφασίσει ότι το κόστος και το πολιτικό τίμημα δεν αξίζουν τον κόπο, να κηρύξει τη νίκη και να επιστρέψει τα στρατεύματα στην πατρίδα.
Όσον αφορά το Ιράν, ο πρόεδρος Τραμπ ενδέχεται να έχει πέσει στην ίδια παγίδα.
Προεκλογικά είχε δεσμευτεί να τερματίσει πολέμους, όχι να τους ξεκινήσει, και να μην εμπλακεί ποτέ σε έναν «αιώνιο πόλεμο», πόσο μάλλον στη Μέση Ανατολή. Κι όμως, κινδυνεύει να πράξει ακριβώς αυτό στο Ιράν, όπως επισημαίνουν οι επικριτές του.
Ο πόλεμος που το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν με τόση ορμή έχει περάσει από διαδοχικές φάσεις διαπραγματεύσεων και στρατιωτικών πληγμάτων. Μέχρι στιγμής δεν έχουν κατορθώσει να επιτύχουν τους διακηρυγμένους στόχους της κυβέρνησης Τραμπ για αλλαγή καθεστώτος ή τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ενώ παράλληλα ο πόλεμος έχει δημιουργήσει ένα νέο, φαινομενικά άλυτο πρόβλημα, με τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ.
Με τη διπλωματία σε αδιέξοδο, τουλάχιστον προς το παρόν, ένας απογοητευμένος Τραμπ βρίσκεται ξανά σε πόλεμο, με την κατάπαυση του πυρός να έχει παραβιαστεί και τα στενά να είναι αποκλεισμένα. Το μνημόνιο συνεργασίας που ο ίδιος δήλωνε ότι «επιτυγχάνει όλα όσα είχαμε θέσει ως στόχο» -παρά τις άκρως αποκλίνουσες ερμηνείες του - έχει μετατραπεί σε κουρελόχαρτο σε λιγότερο από έναν μήνα.
«Και οι δύο πλευρές είδαν το μνημόνιο συνεργασίας ως τη συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, και όχι ως μια γέφυρα προς την ειρήνη», σχολιάζει στους New York Times ο Αλί Βαέζ, διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο International Crisis Group. Χωρίς μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για την επίτευξη μιας βιώσιμης διευθέτησης, υποστήριζει, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν «οι συνθήκες για έναν αιώνιο πόλεμο».
Η πλάνη του «σύντομου πολέμου»
Η ιδέα των «αιώνιων πολέμων» ξεκίνησε με την 11η Σεπτεμβρίου και τον «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», παρασύροντας τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μακροχρόνιες στρατιωτικές επιχειρήσεις, με χερσαίες δυνάμεις, τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Ιράκ.
Αυτές οι συγκρούσεις, οι οποίες ξεκίνησαν με την ανατροπή εχθρικών καθεστώτων προτού εξελιχθούν σε εκστρατείες κατά των ανταρτών, έληξαν είτε χωρίς σαφές αποτέλεσμα είτε με ήττα, μετά από τεράστιες δαπάνες και απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Οι ισχυροί ηγέτες με ισχυρό στρατό είναι επιρρεπείς στο να πέσουν στην «πλάνη του σύντομου πολέμου», εξηγεί ο Λόρενς Ντ. Φρίντμαν, ομότιμος καθηγητής πολεμικών σπουδών στο King’s College του Λονδίνου, ο οποίος πέρυσι έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Η εποχή των αιώνιων πολέμων». «Πιστεύουν ότι μπορούν να νικήσουν γρήγορα και να μην υποστούν δυσμενείς συνέπειες».
«Τόσο ο Τραμπ στο Ιράν όσο και ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία, αδυνατούν να εκτιμήσουν τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και έτσι θέτουν στόχους που μπορούν να επιτευχθούν, αν επιτευχθούν ποτέ, μόνο μέσω παρατεταμένου αγώνα», προσθέτει ο Φρίντμαν.
Ακόμη και οι πιο εξελιγμένες στρατιωτικές δυνατότητες δεν αρκούν, εάν δεν υπάρχει στρατηγική για τη μετατροπή της ανωτερότητας στο πεδίο της μάχης σε διαρκή πολιτική και διπλωματική επιτυχία. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την πρόσθετη πρόκληση να προσπαθεί να κερδίσει χρησιμοποιώντας μόνο αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις, χωρίς την πολιτικά μη δημοφιλή επιλογή της χρήσης χερσαίων στρατευμάτων στο ιρανικό έδαφος.
Ο πόλεμος του Κόλπου το 1991 ήταν σύντομος και επιτυχημένος, επειδή ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος είχε έναν περιορισμένο πολιτικό στόχο: να εκδιώξει τον Σαντάμ Χουσεΐν από το Κουβέιτ. Αυτό ήταν ένα μάθημα που διέφυγε από τον γιο του, τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, στον δεύτερο πόλεμο κατά του Ιράκ, ο οποίος κατέληξε να ενισχύσει την επιρροή του Ιράν στην περιοχή.
Στο Αφγανιστάν, αφού ο νεότερος Μπους εκδίωξε τους Ταλιμπάν, ο ίδιος και οι διάδοχοί του προσπάθησαν μάταια να αναδιαμορφώσουν την κοινωνία, αλλά όταν η Ουάσιγκτον κουράστηκε από την προσπάθεια, οι Ταλιμπάν επέστρεψαν.
Υπάρχει ένα επιχείρημα, το οποίο διατυπώνει μερικές φορές και ο ίδιος ο Τραμπ: ότι ξεκίνησε τον πόλεμο στο Ιράν για να τερματίσει οριστικά αυτό που θεωρούσε έναν πόλεμο 47 ετών, ο οποίος ξεκίνησε με την πτώση του Σάχη το 1979 και την ομηρία περισσότερων από 60 Αμερικανών.
Ο «αιώνιος πόλεμος» ΗΠΑ-Ιράν, υποστηρίζει ο Βάλι Νασρ, καθηγητής στη Σχολή Προηγμένων Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, είναι απλώς ένας ακόμη γύρος μιας σύγκρουσης που άλλοτε αναζωπυρώνεται και άλλοτε καταλήγει σε συμβιβασμό, όπως η πυρηνική συμφωνία του 2015 την οποία ο Τραμπ ακύρωσε το 2018.
Δεν υπάρχει το σενάριο επιστροφής στην πρότερη κατάσταση
Ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, συνεργάτης του Carnegie Endowment for International Peace, προσθέτει ότι ο Τραμπ, παροτρυνόμενος από το Ισραήλ, έχει επίσης εμπλακεί σε έναν παράλληλο «αιώνιο πόλεμο» - αυτόν μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, ο οποίος διεξάγεται μέσω των συμμάχων του Ιράν στον Λίβανο, στα παλαιστινιακά εδάφη και στην Υεμένη.
Ο Τραμπ μπορεί ακόμη να παρουσιάσει αυτόν τον αντιδημοφιλή πόλεμο στη βάση των ψηφοφόρων του ως κάποιου είδους νίκη και να αποχωρήσει. Ωστόσο, προς έκπληξη πολλών, φαίνεται να επιμένει και να εντείνει τις προσπάθειές του, αν και χωρίς σαφή δρόμο προς μια διπλωματική διευθέτηση. Μάλιστα, η δέσμευσή του να κρατήσει ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ, την ώρα που το Ιράν επιμένει να διατηρεί τον έλεγχο, θα μπορούσε να σημάνει μια πολύ μακρά αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή, έστω και με τη βοήθεια συμμάχων.
Παρόλα αυτά, ο πόλεμος με το Ιράν είναι διαφορετικός, ειδικά σε σύγκριση με το Αφγανιστάν και τον δεύτερο πόλεμο κατά του Ιράκ. Σε αμφότερους εκείνους τους πολέμους, χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονταν στο έδαφος για μεγάλα χρονικά διαστήματα και κατέληξαν να πολεμούν πολιτοφυλακές και τρομοκράτες που αντιτίθεντο στις νέες κυβερνήσεις τις οποίες στήριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες - όχι να πολεμούν ένα κυρίαρχο κράτος όπως το Ιράν.
Και σε αντίθεση με την περίπτωση του Βιετνάμ, του Ιράκ ή του Αφγανιστάν, το Ιράν μπορεί να προκαλέσει οικονομικό πλήγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκλείοντας την πρόσβαση στα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που δίνει στην Τεχεράνη ένα πιο αποτελεσματικό μέσο πίεσης και αποτελεί τον κύριο λόγο για τον οποίο θα αρνηθεί να παραδώσει τον έλεγχο.
Δεν θα υπάρξει επιστροφή στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον πόλεμο, δηλώνει η Σούζαν Μαλόνεϊ, διευθύντρια εξωτερικής πολιτικής στο Ινστιτούτο Brookings. Όπως και στο Ιράκ, οι αμερικανικές υποθέσεις και οι εσφαλμένες αντιλήψεις άλλαξαν την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, είπε, και πλέον οι μέρες που τα Στενά του Ορμούζ ήταν εντελώς ελεύθερα για διέλευση έχουν πιθανότατα περάσει.
Μπορεί να υπάρξει μια «νέα κανονικότητα», πρόσθεσε, «αλλά με πολύ μεγαλύτερη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή», δεδομένης της ικανότητας του Ιράν να πλήττει πλοία όποτε το επιθυμεί.
Επειδή τα διακυβεύματα της Ουάσιγκτον σε αυτόν τον πόλεμο είναι απλώς μικρότερα από εκείνα του Ιράν, εξηγεί ο Νασρ, ο οποίος εργάστηκε στον πόλεμο του Αφγανιστάν, «ο ρυθμός αρχίζει να επιβραδύνεται, ενώ η άλλη πλευρά είναι πρόθυμη να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο έντασης». Καθώς η Αμερική άρχισε να αποσύρεται από το Αφγανιστάν, όπως και από το Βιετνάμ, «η ισορροπία άρχισε να μεταβάλλεται».
Ωστόσο, ένα τέλος στον πόλεμο με το Ιράν μέσω διαπραγματεύσεων εξακολουθεί να φαντάζει μακρινό. Και οι δύο πλευρές έχουν αποδείξει ότι δεν μπορούν να τηρήσουν ούτε καν μια στοιχειώδη συμφωνία-πλαίσιο που παραπέμπει όλα τα ουσιαστικά ζητήματα στο μέλλον, καταλήγει ο Βαέζ. Αν δεν μπορούν να κάνουν ούτε αυτό, ο «αιώνιος πόλεμος» φαντάζει μονόδρομος.



























