Μετά από σειρά ελληνικών παρεμβάσεων, ακόμη και σε επίπεδο πρωθυπουργού, ανατράπηκε η απόφαση που προέβλεπε τον τερματισμό του ιστορικού ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle (DW) από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Τη συνέχιση της λειτουργίας του ελληνικού προγράμματος της DW αποφάσισε χθες, Παρασκευή, το ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο του γερμανικού φορέα, ακυρώνοντας την απόφαση που είχε ληφθεί τον περασμένο Φεβρουάριο για το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας στις αρχές του 2027, έπειτα από 62 χρόνια λειτουργίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η απόφαση ελήφθη ομόφωνα από τα μέλη του συμβουλίου, ενώ είχε προηγηθεί σειρά παρεμβάσεων από την Αθήνα υπέρ της διατήρησης του ελληνικού προγράμματος, ακόμη και σε επίπεδο πρωθυπουργού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε θέσει το ζήτημα στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Η DW είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας και ιδιαίτερα με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Στα χρόνια της δικτατορίας, η Ελληνική Εκπομπή, που εξέπεμπε από την Κολωνία, αποτελούσε μία από τις ελάχιστες ανεξάρτητες πηγές ελεύθερης ενημέρωσης για εκατομμύρια Έλληνες, μεταδίδοντας ειδήσεις, πολιτικά σχόλια, συνεντεύξεις, αλλά και μουσικά έργα καλλιτεχνών που είχαν απαγορευτεί από τη χούντα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, μετά την παρέμβαση του πρωθυπουργού προς τον καγκελάριο για τη συνέχιση του Ελληνικού Προγράμματος, ακολούθησε σειρά επαφών μεταξύ στελεχών της Νέας Δημοκρατίας και των Χριστιανοδημοκρατών (CDU). Ιδιαίτερα στο συνέδριο του γερμανικού κόμματος τον Φεβρουάριο, οι βουλευτές Τάσος Χατζηβασιλείου και Φίλιππος Φόρτωμας ταξίδεψαν στη Γερμανία και έθεσαν το ζήτημα στις συναντήσεις τους με όλους τους συνομιλητές τους.
Η ελληνική προσπάθεια συνεχίστηκε και μέσω του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, με τον υφυπουργό Εξωτερικών Τάσο Χατζηβασιλείου να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, ώστε να πραγματοποιούνται τακτικές παρεμβάσεις προς το CDU.
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική πλευρά κατάφερε να δημιουργήσει και συμμαχίες με πρόσωπα-κλειδιά, τα οποία συνέβαλαν σημαντικά στη διάδοση του μηνύματος υπέρ της συνέχισης του Ελληνικού Προγράμματος. Μεταξύ αυτών ήταν ο επικεφαλής της ελληνογερμανικής ομάδας φιλίας στη Βουλή της Γερμανίας, Τόμας Ράχελ, ο πρώην διευθυντής του Ιδρύματος Αντενάουερ στην Αθήνα, Μάριαν Βεντ, ο Μητροπολίτης Γερμανίας κ.κ. Αυγουστίνος, καθώς και ο πρόεδρος του Γερμανοελληνικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου, Φαίδων Κοτσαμπόπουλος.
































