Η παιδική ηλικία όσων γεννήθηκαν τις δεκαετίες του '60 και του '70 ήταν πολύ διαφορετική από των σημερινών παιδιών. Δεν υπήρχαν smartphones ούτε γονείς να ελέγχουν υπερβολικά κάθε πτυχή της καθημερινότητας των παιδιών τους, ούτε οργανωμένες δραστηριότητες για τη βέλτιστη ανάπτυξη. Υπήρχε μόνο η ζωή, ανεπεξέργαστη και χωρίς πρόγραμμα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ψυχολόγοι μελετούν τώρα γιατί οι συγκεκριμένες γενιές φαίνεται να διαθέτουν ορισμένες ψυχολογικές ικανότητες που γίνονται όλο και πιο σπάνιες.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι μεγάλωσαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέπτυξαν ανθεκτικότητα από ανάγκη, διαμορφωμένη από τις ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές, τις πολιτισμικές αναταραχές και έναν τρόπο ανατροφής που σήμερα θα ανησυχούσε τους σύγχρονους ειδικούς.
Ορισμένα μαθήματα εκείνης της εποχής αξίζουν μια δεύτερη ματιά, επειδή διαμόρφωσαν τον τρόπο που μια ολόκληρη γενιά αντιμετωπίζει την αντίξοη πραγματικότητα, τις απογοητεύσεις και την ακαταστασία της ζωής.
1) Η πλήξη οδηγούσε σε δημιουργικότητα
Εκείνες τις δεκαετίες, τα καλοκαιρινά απογεύματα των παιδιών φαίνονταν ατελείωτα. Χωρίς κατασκηνώσεις, χωρίς οργανωμένες δραστηριότητες. Απλά είχαν πολλές ελεύθερες ώρες.
Όταν εξέφραζαν παράπονα ότι... βαριούνται, η αντίδραση των γονιών ήταν η ίδια: «Βρες κάτι να κάνεις».
Τότε, αυτό φαινόταν παραμέληση. Σήμερα, οι ψυχολόγοι αναγνωρίζουν την αξία του.
Έρευνες από το Child Mind Institute δείχνουν ότι η πλήξη βοηθά τα παιδιά να αναπτύξουν στρατηγικές προγραμματισμού, δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και ευελιξία. Όταν τα παιδιά πρέπει να βρουν μόνα τους πώς θα απασχοληθούν, γυμνάζουν γνωστικές ικανότητες που η συνεχής διέγερση δεν καλλιεργεί ποτέ.
Η πλήξη οδηγούσε τότε τα παιδιά στο να δημιουργήσουν ολόκληρους κόσμους από χαρτόκουτα και ξύλα. Εφευρίσκαν παιχνίδια με πολύπλοκους κανόνες. Ονειροπολούσαν και ένιωθαν άνετα με τον εαυτό τους.
2) Επιτρεπόταν ο πόνος της αποτυχίας
Αν ένα παιδί απογοητευόταν γιατί π.χ. δεν τον επέλεξε στην ομάδα ο προπονητής, οι γονείς αναγνώριζαν την απογοήτευσή του, ωστόσο δεν την αντιμετώπιζαν ως κρίση. Το μήνυμα ήταν σαφές: Κάποιες φορές, απλά έτσι λειτουργεί η ζωή.
Το «η ζωή δεν είναι δίκαιη» προετοίμαζε τα παιδιά γι' αυτά που θα συναντούσαν στην πορεία.
Η εμπειρία της αποτυχίας, χωρίς υπερβολική προστασία, δίδαξε αυτές τις γενιές ότι οι αναποδιές δεν είναι μόνιμες καταστροφές. Έρευνες επιβεβαιώνουν ότι, όταν τα παιδιά έχουν ευκαιρίες να δυσκολευτούν και να αποτύχουν μερικές φορές, αναπτύσσουν κρίσιμες δεξιότητες ανθεκτικότητας. Τα παιδιά που ποτέ δεν αντιμετώπισαν διαχειρίσιμες αποτυχίες, συχνά δεν έχουν την αυτοπεποίθηση που προέρχεται από τη γνώση ότι μπορούν να ανακάμψουν.
Είναι σημαντικό για ένα παιδί να γνωρίζει ότι μια μεμονωμένη αποτυχία δεν θα ορίσει το μέλλον του.
3) Η αναμονή ήταν απλά μέρος της ζωής
«Θέλεις καινούργιο ποδήλατο; Κράτα το χαρτζιλίκι σου για έξι μήνες».
«Περιμένεις το επόμενο επεισόδιο της αγαπημένης σου σειράς; Περίμενε μέχρι την επόμενη εβδομάδα».
«Θέλεις να ψάξεις κάτι; Πήγαινε στη βιβλιοθήκη».
Τότε, όλα στη ζωή απαιτούσαν υπομονή.
Δεν ήταν σκόπιμη στρατηγική γονέων. Έτσι λειτουργούσε ο κόσμος πριν η άμεση ικανοποίηση γίνει νέο δεδομένο. Τα διάσημα πειράματα marshmallow του Walter Mischel τη δεκαετία του 1960 και 1970 στο Stanford έδειξαν ότι η ικανότητα καθυστέρησης της ικανοποίησης μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα σε ακαδημαϊκή επίδοση, υγεία και ικανοποίηση ζωής δεκαετίες αργότερα.
Τότε, δεν μπορούσαν τα παιδιά να κάνουν streaming. Ούτε να παραγγείλουν κάτι και να το πάρουν στα χέρια τους την επόμενη μέρα. Δεν μπορούσαν να πάρουν απαντήσεις χωρίς προσπάθεια. Αυτό διαμόρφωσε τους εγκεφάλους τους με διαφορετικό τρόπο, χτίζοντας αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν ισχυρότερη εκτελεστική λειτουργία, δηλαδή την ικανότητα να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να εργάζονται θέτοντας μακροπρόθεσμους στόχους.
4) Το παιχνίδι χωρίς επίβλεψη ήταν ο κανόνας
Για τα παιδιά αυτών των δεκαετιών, από τη στιγμή που μάθαιναν να περπατούν, ο κόσμος μεγάλωνε σε κύκλους. Πρώτα η αυλή, στη συνέχεια το οικοδομικό τετράγωνο του σπιτιού και μετά όλη η γειτονιά, που γινόταν το βασίλειό τους, με κανόνες φτιαγμένους από παιδιά και δικαιοσύνη που επέβαλαν τα ίδια.
Δεν υπήρχαν ενήλικες να μεσολαβούν σε τυχόν συγκρούσεις ή να επιβλέπουν τις περιπέτειες των παιδιών. Σκαρφάλωναν σε δέντρα και έχτιζαν ασταθή «φρούρια».
Έρευνα στο Scientific American επιβεβαιώνει ότι αυτός ο τύπος ελεύθερου παιχνιδιού είναι κρίσιμος για την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, διαχείρισης άγχους και επίλυσης προβλημάτων. Χωρίς συνεχή επίβλεψη, τα παιδιά αναπτύσσουν ανεκτικότητα στον κίνδυνο, ανεξαρτησία και αυτοπεποίθηση.
Έτσι, τα παιδιά μάθαιναν να διαπραγματεύονται, να συμβιβάζονται και να υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Και τα μάθαιναν μόνα τους, δεν τους τα εξηγούσε κάποιος ενήλικας.
5) Οι ενήλικες δεν ήταν πάντα διαθέσιμοι
Και τότε οι γονείς αγαπούσαν τα παιδιά τους. Ωστόσο, είχαν τις δικές τους ανησυχίες και φιλίες, έναν κόσμο που δεν περιστρεφόταν γύρω από κάθε ανάγκη του παιδιού.
Αρκετά παιδιά γύριζαν από το σχολείο σπίτι, έφτιαχναν μόνα τους ένα σνακ και ξεκινούσαν το διάβασμα, χωρίς γονική επίβλεψη.
Δεν ήταν αμέλεια. Ήταν μια διαφορετική αντίληψη αναφορικά με το τι χρειάζονται τα παιδιά. Οι ψυχολόγοι αναγνωρίζουν ότι αυτή η ανεξαρτησία είχε αναπτυξιακά οφέλη: παιδιά που μαθαίνουν να λειτουργούν χωρίς συνεχή προσοχή ενήλικα αναπτύσσουν ισχυρότερη αυτονομία και εσωτερικούς πόρους.
6) Έβλεπαν τις πραγματικές συνέπειες των πράξεων
Εκείνες τις δεκαετίες, αν πέθαινε ο παππούς της οικογένειας, πιθανότητα τα παιδιά να παρευρίσκονταν στην κηδεία του. Έβλεπαν ενήλικες να κλαίνε. Βίωναν τη θλίψη στην ωμή πραγματικότητά της.
Τα κατοικίδια δεν... εξαφανίζονταν μυστηριωδώς. Τα παιδιά γνώριζαν ότι η απώλεια είναι μέρος της ζωής, όχι κάτι που πρέπει να κρυφτεί.
Αυτή η έκθεση μπορεί να φαίνεται σκληρή σήμερα. Ωστόσο, το να βλέπεις ότι οι ενήλικες αντέχουν τη θλίψη και «στέκονται» ξανά στα πόδια τους διδάσκει πράγματα που τα βιβλία δεν μπορούν.
Μαθαίνεις ότι η θλίψη είναι προσωρινή, ακόμη και όταν μοιάζει συντριπτική.
Εν τέλει, μαθαίνεις ότι οι άνθρωποι είναι πιο ανθεκτικοί απ’ ό,τι φαίνονται.
Σημαντικό, αν αναλογιστεί κανείς τις αναπόφευκτες απώλειες της ενήλικης ζωής του.
7) Οι περιορισμένοι πόροι έκαναν τα παιδιά ευρηματικά
Τότε, οι επιλογές συχνά ήταν περιορισμένες και αυτό σε έκανε ευρηματικό. Μια μητέρα μπορεί να έφτιαχνε τρία γεύματα με ένα κομμάτι ψητό κρέας, ένας πατέρας να επισκεύαζε τα πάντα μόνος του, για λόγους οικονομίας. Τα χρησιμοποιημένα ρούχα ήταν κάτι φυσιολογικό, όχι λόγος να ντραπείς.
Τότε δεν είχαν πολλά, αλλά μάθαιναν να τα καταφέρνουν με αυτά.
Η ευρηματικότητα αυτή ήταν ζήτημα επιβίωσης. Αποδεικνύει ωστόσο κάτι πολύτιμο: η δημιουργικότητα συχνά προκύπτει από περιορισμούς. Όταν δεν μπορείς να «αγοράσεις» λύση, την εφευρίσκεις.
Έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όσοι μεγαλώνουν με περιορισμένους πόρους αναπτύσσουν ισχυρότερες δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και προσαρμοστικότητα. Οι περιορισμοί τροφοδοτούν τη δημιουργικότητα με τρόπους που η αφθονία ποτέ δεν καταφέρνει.
8) Μάθαιναν κάνοντας, όχι ακούγοντας
Οι αξίες μεταδίδονταν μέσω της παρατήρησης, όχι της διδασκαλίας. Για παράδειγμα, ο πατέρας έφευγε αξημέρωτα για τη δουλειά και επέστρεφε σπίτι μετά το σούρουπο, χωρίς να παραπονιέται. Παππούδες που μετανάστευσαν έχτιζαν τη ζωή τους από το μηδέν.
Τα παιδιά παρατηρούσαν τους ενήλικες να αντιμετωπίζουν δυσκολίες, να παίρνουν αποφάσεις, να σέβονται ή όχι τους άλλους και ασυνείδητα απορροφούσαν αυτά τα μαθήματα.
Οι ψυχολόγοι το ονομάζουν μοντελοποίηση και παραμένει ένας από τους ισχυρότερους τρόπους μάθησης.
9) Η κοινότητα ήταν δίχτυ ασφαλείας
Κάθε ενήλικας στη γειτονιά είχε άτυπα την άδεια να «διορθώσει» οποιαδήποτε συμπεριφορά παιδιού και ενημέρωνε τους γονείς του αν συνέβαινε κάτι σοβαρό.
Δεν ήταν παρακολούθηση. Ήταν κοινότητα.
Τα παιδιά μεγάλωναν κατανοώντας ότι αποτελούσαν μέρος κάτι μεγαλύτερου – πέρα από την οικογένεια. Υπήρχαν κοινές προσδοκίες και κοινές ευθύνες για το πώς θα εξελιχθεί η επόμενη γενιά.
Αυτό το αίσθημα αλληλεπίδρασης έχει σε μεγάλο βαθμό χαθεί. Ωστόσο, όσοι το βίωσαν καταλαβαίνουν κάτι για την ανθρώπινη ευημερία που η απομόνωση ποτέ δεν μπορεί να προσφέρει. Είμαστε κοινωνικά πλάσματα που ευδοκιμούν όταν εντάσσονται σε δίκτυα αμοιβαίων υποχρεώσεων και υποστήριξης.
Συμπέρασμα
Σαφώς υπήρχαν πολλά προβλήματα τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και σίγουρα δεν μπορεί κανείς να διαγράψει την πρόοδο που έχει γίνει στην κατανόηση της ανάπτυξης των παιδιών, της ασφάλειας και της συναισθηματικής τους ευημερίας.
Ωστόσο, κάτι πολύτιμο χάθηκε στη διαδρομή. Ο χώρος να πλήξεις. Η άδεια να αποτύχεις. Η εμπιστοσύνη ότι τα παιδιά μπορούν να διαχειριστούν περισσότερα απ' ό,τι πιστεύουμε.
Αυτά τα μαθήματα διαμόρφωσαν μια γενιά που, παρά τα ελαττώματά της, έμαθε να πλοηγείται στην αβεβαιότητα χωρίς διαρκή καθοδήγηση.
Ίσως πρέπει να βρεθούν νέοι τρόποι να διδαχτούν τα παιδιά ότι η δυσκολία χτίζει δύναμη, η υπομονή αποφέρει καρπούς και είναι πολύ πιο ικανά απ' ό,τι η αγχωτική επιτήρηση του γονέα υποδεικνύει.
Πηγή: geediting.com































