Η μοναξιά δεν είναι να κάθεται κανείς μόνος ένα Σάββατο βράδυ. Η πραγματική μοναξιά φαίνεται όταν κάποιος κάθεται σε ένα οικογενειακό δείπνο, περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που είναι φυσικά παρόντες αλλά συναισθηματικά απόντες.
«Το φως πάνω από το τραπέζι της κόρης του τρεμόπαιζε συνεχώς, όμως κανείς πλέον δεν έδινε σημασία. Τα πιρούνια μπορεί να κινούνταν στα πιάτα αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν είχε ουσιώδη επικοινωνία με τον άλλον. Ο γαμπρός κοίταζε τα email της δουλειάς ενώ παράλληλα έτρωγε. Η κόρη ξαναγέμιζε τα ποτήρια με νερό, σαν να λειτουργούσε στον αυτόματο πιλότο, μιλώντας για προγραμματισμό και logistics, χωρίς να κοιτάζει κανέναν».
Αυτή είναι η πραγματική μοναξιά που ένιωσε ο Τόνι. Όχι το άδειο διαμέρισμα ή ένα μόνο σερβίτσιο στο τραπέζι. Αλλά το να κάθεται κανείς ανάμεσα σε ανθρώπους που τον αγαπούν, αλλά τον αντιμετωπίζουν σαν έπιπλο, σαν κάποιον που απλά τυχαίνει να τρώει μαζί τους.
Όταν η παρουσία γίνεται απουσία
Για δεκαετίες, ο Τόνι, παρατηρούσε, μέσα από κουζίνες εστιατορίων που εργαζόταν, οικογένειες να τρώνε μαζί χωρίς να είναι πραγματικά μαζί. Τότε νόμιζε ότι σπαταλούσαν τον χρόνο τους. Αργότερα συνειδητοποίησε ότι εξασκούνταν σε μια σύγχρονη εκδοχή της σύνδεσης, όλοι εμφανίζονταν αλλά στην πραγματικότητα δεν είχαν καμία ουσιώδη επαφή μεταξύ τους.
Τα χρόνια που δούλευε δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, χάνοντας σχολικές παραστάσεις και αγώνες ποδοσφαίρου, θεωρούσε ότι έχτιζε κάτι για την οικογένειά του, ασφάλεια, σταθερότητα, ένα μέλλον. Στην πραγματικότητα, είχε δημιουργήσει μια συνήθεια απουσίας που εκπαίδευσε όλους γύρω του να λειτουργούν χωρίς πραγματική σύνδεση.
Η γυναίκα του, τον παρακαλούσε να γυρίζει σπίτι νωρίτερα, μόνο μία φορά την εβδομάδα. Κάθε φορά όμως, κάτι προέκυπτε στο εστιατόριο. Πάντα κάτι πιο επείγον από το οικογενειακό δείπνο. Τελικά, όλοι προσαρμόστηκαν στην απουσία του, μέχρι που η απουσία του ήταν πλέον φυσιολογική.
Μετά την πώληση του εστιατορίου, ανακάλυψε ότι όλοι γύρω του είχαν μάθει να γεμίζουν τη μοναξιά τους με δουλειές και να αποφεύγουν την πραγματική συζήτηση. Ο γιος του προγραμμάτιζε να βρεθεί μαζί του λες και πήγαινε σε επαγγελματικές συναντήσεις.
Η κόρη του τον προσκαλούσε σε οικογενειακά δείπνα, όπου όλοι δειπνούσαν μαζί ενώ νοερά βρίσκονταν αλλού. Τα εγγόνια δεν έδιναν καμία σημασία. Ο Τόνι ήταν αυτός που καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, ρωτώντας περιστασιακά για το σχολείο, ενώ όλοι περίμεναν να φύγουν.
Η διαφορά ανάμεσα σε «Μόνος» και «Μοναχικός»
Μια μέρα πέρασε ένα Σάββατο μόνος, κάνοντας ποδήλατο το πρωί, φτιάχνοντας μεσημεριανό, διαβάζοντας ένα βιβλίο και βλέποντας μια ταινία. Χωρίς τηλεφωνήματα ή μηνύματα, και ένιωσε ευχαριστημένος.
Το επόμενο βράδυ, στο οικογενειακό δείπνο, κάθισε για δύο ώρες νιώθοντας αόρατος. Η κόρη του, επανέλαβε την ίδια ερώτηση τρεις φορές, ο γαμπρός έγνεφε καταφατικά ενώ σκέφτονταν κάτι άλλο, και τα παιδιά ζήτησαν συγγνώμη μόνο όταν τελείωσε το φαγητό. Η σιωπή στο σπίτι μετά ήταν πιο βαριά από εκείνη της προηγούμενης μέρας, που ήταν πραγματικά μόνος.
Η μοναξιά μπορεί να είναι επιλογή, αλλά το να έχεις δίπλα σου ανθρώπους οι οποίοι δεν δίνουν καμία σημασία, δημιουργεί ένα μεγάλο κενό. Σε κάνει να αναρωτιέσαι αν υπάρχεις ουσιαστικά στη ζωή τους πέρα από την υποχρέωση και τη ρουτίνα.
Το μοτίβο που πρέπει να «σπάσει»
Μετά τον θάνατο της γυναίκας του πριν δύο χρόνια, νόμιζε ότι η θλίψη θα ήταν το πιο δύσκολο που είχε να αντιμετωπίσει και όμως δεν ήταν. Το πιο δύσκολο ήταν να συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο μέρος της επαφής τους, είχε αναβληθεί για κάποια άλλη ημέρα. Όλες οι συζητήσεις που δεν έγιναν ποτέ, επειδή πάντα ήταν έτοιμος να φύγει για το εστιατόριο ή πολύ κουρασμένος όταν γύριζε σπίτι.
Και όμως, το μοτίβο υπάρχει. Και για να σπάσει, χρειάζεται μόνο να το παραδεχθεί κανείς.





























