Στην εκδήλωση των Ανεξάρτητων Φοιτητών της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ ήταν καλεσμένη η Έφη Αχτσιόγλου, η οποία αναφέρθηκε στην ασέβεια που έχει επιδείξει κατά καιρούς η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία απέναντι στο Σύνταγμα.
«Οι δύο πιο κραυγαλέες περιπτώσεις είναι η υπόθεση των υποκλοπών, η οποία κατά τη γνώμη μου είναι η μεγαλύτερη κρίση δεσμευτικότητας ρητών διατάξεων του Συντάγματος στην πρόσφατη ελληνική ιστορία» και η υπόθεση των ιδιωτικών κολλεγίων/πανεπιστημίων, όπου η κυβέρνηση νομοθέτησε τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων παρά τη ρητή απαγόρευση του σχετικού εδαφίου του άρθρου 16 του Συντάγματος», ανέφερε η Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος της Νέας Αριστεράς.
Στη συνέχεια, η κα. Αχτσιόγλου στάθηκε σε τρία βασικά σημειά σχετικά με την Αναθεώρηση «σημείο πρώτο: Ο μη σεβασμός στο Σύνταγμα είναι σημάδι μιας γενικότερης πολιτικής κρίσης η οποία δεν επιτρέπει αυτή τη στιγμή να διαμορφωθούν όροι ευρείας αναθεώρησης».
«Σημείο δεύτερο: Ορθώς έχει επισημανθεί ότι υπάρχει μια τάση τις τελευταίες δεκαετίες συνταγματοποίησης πολιτικών επιλογών. Από νομική σκοπιά όμως η αποστολή του Συντάγματος είναι να θέτει όρια εντός των οποίων μπορεί να διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση και η ιδεολογική/στρατηγική σύγκρουση. Το Σύνταγμα δεν μπορεί να εισέρχεται σε ζητήματα που αφορούν τη βραχεία πολιτική διάρκεια, αλλά αντίθετα να διαμορφώνει το πλαίσιο, τα άκρα όρια, να προσδιορίζει το εύρος των δυνατών πολιτικών αποφάσεων. Είναι ακριβώς αυτή η ιδιοτυπία του Συντάγματος που δικαιολογεί και την αυξημένη του τυπική ισχύ. Αν μεταβληθεί σε υπεραναλυτικό κείμενο τότε μοιραία θα χάσει την αυξημένη και υπέρτερη τυπική του ισχύ», υπογράμμισε.
«Το πρόβλημα της χώρας με βάση αυτά τα δύο σημεία, δεν είναι συνταγματικό. Είναι πολιτικό και θεσμικό», τόνισε.
«Σημείο τρίτο: Η πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση, που σε αδρές γραμμές ανέπτυξε ο πρωθυπουργός, περιλαμβάνει την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, τη συνταγματοποίηση του δημοσιονομικού φρένου, την αναθεώρηση του άρθρου 24 για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι σαφές τι επιδιώκει να παγιώσει εδώ η κυβέρνηση. Δεν είναι ουδέτερο το στίγμα που δίνει. Με το ένα άρθρο επιδιώκει να θεσμοποιήσει την κατάργηση της σταθερής και μόνιμης εργασίας, με το άλλο να συνταγματοποιήσει τη λιτότητα, με το τρίτο να παγιώσει τη μετατροπή του φυσικού πλούτου σε πεδίο εκμετάλλευσης από επιχειρηματικά συμφέροντα. Πρόκειται για τη συμπύκνωση μιας πολύ συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής», επισήμανε.
Η Έφη Αχτσιόγλου είπε κλείνοντας «αυτή τη στιγμή με την πολιτική ρευστότητα, με την κρίση αντιπροσώπευσης, με την κοινωνία βαθιά εχθρική και δύσπιστη απέναντι στους θεσμούς όχι μόνο τους πολιτικούς αλλά και τους δικαιοκρατικούς, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις διαμόρφωσης εκείνων των συναινέσεων που μια αναθεώρηση απαιτεί. Πόσο μάλλον μια ευρεία σε έκταση αναθεώρηση. Η ελληνική δημοκρατία είναι βαθιά θεσμικά πληγωμένη. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αυτό που επιβάλλεται είναι να θωρακιστεί η συνταγματική δημοκρατία και να τηρηθούν οι συνταγματικοί κανόνες. Όχι να γίνονται παιχνίδια με το Σύνταγμα».






























