Μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί καθησυχαστική προκύπτει από τα αποτελέσματα της PISA 2025 για την ελληνική εκπαίδευση. Η χώρα μας μπορεί να περιόρισε την απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σε σχέση με προηγούμενους κύκλους και στα Μαθηματικά να καταγράφεται τάση σύγκλισης, όμως οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών εξακολουθούν να βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι 49,5% των μαθητών δεν κατακτά το βασικό επίπεδο μαθηματικών δεξιοτήτων. Με απλά λόγια, σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους ολοκληρώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να διαθέτει το επίπεδο γνώσεων που θεωρείται απαραίτητο για βασικούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις στην καθημερινότητα. Και δεν είναι μόνο τα Μαθηματικά. Στις Φυσικές Επιστήμες, το ποσοστό των μαθητών που βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο φτάνει το 40,9%, ενώ στην Κατανόηση Κειμένου ανέρχεται στο 43,8%. Πρόκειται για ποσοστά που αποτυπώνουν ένα σοβαρό πρόβλημα βασικών δεξιοτήτων και δείχνουν ότι ένα μεγάλο τμήμα των μαθητών φτάνει στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης χωρίς να έχει κατακτήσει επαρκώς θεμελιώδεις γνώσεις.
Μικρότερη πτώση, αλλά όχι υψηλές επιδόσεις
Το Υπουργείο Παιδείας εστιάζει στο γεγονός ότι η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά από περίπου μία δεκαετία, ανακόπτει την πορεία διεύρυνσης της απόστασής της από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27. Στα Μαθηματικά, μάλιστα, η εικόνα παρουσιάζει μια θετική διαφοροποίηση καθώς η επίδοση της Ελλάδας μειώθηκε κατά 6 μονάδες, όταν στον ΟΟΣΑ-23 η αντίστοιχη πτώση ήταν 11 μονάδες και στην Ε.Ε.27 12 μονάδες. Στις Φυσικές Επιστήμες, ωστόσο, η Ελλάδα κατέγραψε πτώση 7 μονάδων, έναντι 5 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και στην Ε.Ε.27. Στην Κατανόηση Κειμένου η πτώση ήταν 16 μονάδες, αντίστοιχη με τον ΟΟΣΑ-23 και μικρότερη από την πτώση των 18 μονάδων στην Ε.Ε.27. Το γεγονός ότι η Ελλάδα σε ορισμένες περιπτώσεις υποχώρησε λιγότερο από άλλες χώρες αποτελεί αναμφίβολα μια θετική ένδειξη. Δεν σημαίνει όμως ότι το πρόβλημα έχει λυθεί.
Σχεδόν οι μισοί μαθητές χωρίς τα βασικά στα Μαθηματικά
Το 49,5% στα Μαθηματικά αποτελεί ίσως το πιο ηχηρό καμπανάκι των αποτελεσμάτων. Σχεδόν ένας στους δύο μαθητές βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι ένα τεράστιο τμήμα των 15χρονων μαθητών δεν έχει κατακτήσει δεξιότητες που θεωρούνται απαραίτητες για την αντιμετώπιση απλών προβλημάτων και καταστάσεων της καθημερινής ζωής. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν εξεταστεί συνολικά και στις τρεις βασικές περιοχές της PISA Μαθηματικά, Φυσικές Επιστήμες και Κατανόηση Κειμένου. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά έναντι του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, παρά τη βελτίωση σε επιμέρους δείκτες και την ανάσχεση της προηγούμενης τάσης απόκλισης.
Σύμφωνα με την ελληνική ανάλυση των αποτελεσμάτων, οι μαθητές δηλώνουν ότι έχουν λιγότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, αναφέρουν περιορισμένη χρήση διδακτικών πρακτικών που ενεργοποιούν γνωστικά τους μαθητές, αλλά και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης μέσα στο σχολείο. Την ίδια στιγμή, καταγράφονται αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα.
Δείτε αναλυτικά τα αποτελέσματα εδώ
Ζαχαράκη για PISA 2025: «Η αξία της PISA βρίσκεται στη σύγκριση - Συνεχίζουμε με σχέδιο»
Στην ανάγκη να διαβαστούν τα αποτελέσματα της PISA 2025 με ψυχραιμία, αλλά και να αξιοποιηθούν ως εργαλείο για τις επόμενες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα, στάθηκε η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη. Σύμφωνα με την υπουργό, η διεθνής αξιολόγηση επιτρέπει στην Ελλάδα να συγκρίνει τις επιδόσεις των μαθητών της με άλλα εκπαιδευτικά συστήματα και να αξιοποιεί τα συμπεράσματα για τον σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής. Στόχος, όπως επισημαίνεται, δεν είναι η απλή παρακολούθηση της κατάταξης, αλλά η κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν τις μαθησιακές επιδόσεις και η προσαρμογή των πολιτικών στις ανάγκες του ελληνικού σχολείου.
Σύμφωνα με την υπουργό «η αξία της PISA βρίσκεται στη σύγκριση. Η σύγκριση αυτή μας επιτρέπει να βλέπουμε τι λειτουργεί σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα και να προσαρμόζουμε, με βάση τις δικές μας ανάγκες και τα δικά μας δεδομένα, τις πολιτικές μας. Η σημερινή εικόνα χρειάζεται καθαρή και υπεύθυνη ανάγνωση. Οι επιδόσεις των μαθητών υποχώρησαν σημαντικά σε πολλές χώρες. Η Ελλάδα, ωστόσο, παρουσιάζει μικρότερη πτώση από αρκετά ισχυρότερα εκπαιδευτικά συστήματα και, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, καταγράφει σημάδια σύγκλισης στα Μαθηματικά και σταθεροποίησης της απόκλισης στα άλλα δύο γνωστικά αντικείμενα. Περίπου ένα στα έξι σχολεία της χώρας μας πέτυχε επίδοση πάνω ή κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις που έχουν ήδη γίνει έχουν αρχίσει να αποδίδουν. Παράλληλα, η απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ παραμένει σημαντική.
Αναγνωρίζουμε, επομένως, όσα χρειάζονται βελτίωση και περνάμε στην επόμενη φάση με συγκεκριμένο σχέδιο. Κάθε παιδί που δυσκολεύεται στην κατανόηση ενός κειμένου, στην επίλυση ενός προβλήματος ή στην αξιοποίηση όσων μαθαίνει, μας δείχνει πού πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα. Εκεί θα μετρηθεί η επιτυχία των πολιτικών μας στην καθημερινή ζωή της τάξης και στις πραγματικές δυνατότητες των μαθητών μας. Αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες, αξιοποιούμε τα θετικά και προχωρούμε με σχέδιο, τεκμηρίωση και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Δεν προετοιμάζουμε τους μαθητές για μία εξέταση. Χτίζουμε τις γνώσεις και τις δεξιότητες που χρειάζονται για να κατανοούν, να σκέφτονται, να επιλύουν προβλήματα και να συμμετέχουν με αυτοπεποίθηση στη σύγχρονη ζωή.»
Όπως σημειώνεται από πλευράς ΥΠΑΙΘΑτα αποτελέσματα της PISA 2025 αποτελούν ένα μήνυμα για συνέχιση και ενίσχυση των παρεμβάσεων. Η μικρότερη πτώση της Ελλάδας σε σχέση με τον ΟΟΣΑ και η ένδειξη σταθεροποίησης, ιδιαίτερα στα Μαθηματικά, αποτελούν θετικά στοιχεία. Δεν αναιρούν, όμως, την ανάγκη αντιμετώπισης των χαμηλών επιδόσεων και των διαφορών μεταξύ μαθητών και σχολικών μονάδων. Η επόμενη περίοδος θα αποτελέσει, επομένως, το στάδιο στο οποίο οι αλλαγές στα Προγράμματα Σπουδών, στο εκπαιδευτικό υλικό, στην επιμόρφωση και στην ψηφιακή εκπαίδευση θα πρέπει να αποτυπωθούν στην καθημερινή σχολική πράξη και εν συνεχεία στις μαθησιακές επιδόσεις των μαθητών.
Οι «άβολες αλήθειες» της PISA 2025: Σχολεία δύο ταχυτήτων – Ελλείψεις, ανισότητες και μαθητές χωρίς στήριξη
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που καταγράφει πτώση. Σε διεθνές επίπεδο, οι επιδόσεις στα μαθηματικά και την ανάγνωση υποχώρησαν σημαντικά, με τον ΟΟΣΑ να καταγράφει τις χαμηλότερες μέσες επιδόσεις που έχουν καταγραφεί ποτέ στο PISA σε αυτά τα δύο αντικείμενα. Ωστόσο, τα ελληνικά στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η θέση της χώρας στην κατάταξη. Είναι κυρίως το τι συμβαίνει μέσα στις σχολικές τάξεις και το πόσο διαφορετικές είναι οι συνθήκες στις οποίες μαθαίνουν οι μαθητές.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα είναι η μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των σχολείων. Περίπου 38 σχολικές μονάδες, από τις οποίες οι 32 είναι δημόσιες, εμφάνισαν επιδόσεις που κυμαίνονταν από πολύ υψηλά επίπεδα έως επιδόσεις κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Μαθητές από πιο προνομιούχα περιβάλλοντα έχουν διαφορετικές δυνατότητες και προσδοκίες από μαθητές που μεγαλώνουν σε οικογένειες με λιγότερους πόρους. Ανάλογες διαφορές καταγράφονται και σε σχέση με το μεταναστευτικό υπόβαθρο. Για περισσότερους από τους μισούς μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο, η ελληνική δεν είναι η γλώσσα που μιλούν στο σπίτι, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για το σχολείο.
Η PISA 2025 καταγράφει επίσης πιο αρνητικές στάσεις απέναντι στη μάθηση σε αρκετές διαστάσεις, όπως η περιέργεια, η επιμονή, η αυτορρύθμιση και η προσαρμοστικότητα στη σκέψη. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν και θετικά στοιχεία. Οι μαθητές εμφανίζουν ισχυρότερη νοοτροπία ανάπτυξης, καλύτερη στοχοθέτηση και μεγαλύτερη ικανότητα σχεδιασμού.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι δυνατότητες δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κατηγορίες μαθητών. Οι διαφορές είναι εντονότερες ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, το είδος του σχολείου και άλλα χαρακτηριστικά του μαθητικού πληθυσμού. Με άλλα λόγια, δεν ξεκινούν όλοι οι μαθητές από την ίδια αφετηρία – και το σχολείο δεν καταφέρνει πάντα να περιορίσει αυτή τη διαφορά.Ο εξοπλισμός των σχολείων έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και η Ελλάδα έχει κάνει πρόοδο στη διαθεσιμότητα ηλεκτρονικών υπολογιστών για εκπαιδευτική χρήση. Ωστόσο, η ύπαρξη εξοπλισμού δεν σημαίνει αυτομάτως και ουσιαστική αξιοποίησή του.
«Ζορίζουν» τα κενά στις τάξεις
Παρά τις μαζικές προσλήψεις εκπαιδευτικών, οι διευθυντές σχολείων στην Ελλάδα εξακολουθούν να αναφέρουν ελλείψεις προσωπικού σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι καταγράφεται στον ΟΟΣΑ. Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερα σε πιο ευάλωτες σχολικές μονάδες και σε περιφερειακές περιοχές. Όπως τονίζεται από το ΥΠΑΙΘΑ δεδομένης της χαμηλότερης αναλογίας μαθητών ανά εκπαιδευτικό και του μικρότερου μεγέθους τάξης στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα φαίνεται να αφορά κυρίως την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και λιγότερο τη συνολική αριθμητική του επάρκεια.
Παρότι σύμφωνα με τις δηλώσεις των διευθυντών τα σχολεία στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν σε υλικοτεχνικές υποδομές και ψηφιακό εξοπλισμό έναντι του ΟΟΣΑ, μετά το 2018 καταγράφεται σημαντική βελτίωση, ιδιαίτερα στον ψηφιακό εξοπλισμό.
Οι μαθητές στην Ελλάδα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη, εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη συγκριτικά με τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο χρόνος ενασχόλησής τους με αυτές σε σχέση με το 2022 έχει μειωθεί. Τέλος, οι μαθητές εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον και παρόμοια αισιοδοξία στην προοπτική ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι σχετικές προσδοκίες διαφοροποιούνται εντονότερα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του σχολείου.
Το στοίχημα της επόμενης μέρας
Από πλευράς Υπουργείου Παιδείας τονίζεται ότι η χώρα, επενδύοντας τα επόμενα χρόνια σε δρομολογημένες μεταρρυθμίσεις όπως είναι το Εθνικό Απολυτήριο, η εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών και του συστήματος του Πολλαπλού Βιβλίου, η περαιτέρω ψηφιακή σύγκλιση και, κυρίως, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας την προσπάθεια αναβάθμισης της λογικής PISA στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, μπορεί βάσιμα να ελπίζει ότι οι πρώτες θετικές ενδείξεις που προέκυψαν στην έρευνα PISA 2025 θα είναι ακόμα περισσότερο ορατές στον επόμενο κύκλο της έρευνας το 2029.

































