Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής επιστρέφει για ακόμη μία χρονιά στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής συζήτησης, λειτουργώντας για πολλούς ως ένας «αόρατος μηχανισμός» που καθορίζει όχι μόνο ποιοι θα εισαχθούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά και ποιοι θα μείνουν εκτός, πριν ακόμη ανακοινωθούν οι τελικές βάσεις.
Καθώς η εξεταστική διαδικασία των Πανελληνίων 2026 ολοκληρώνεται σταδιακά και η αγωνία των υποψηφίων κορυφώνεται ενόψει των αποτελεσμάτων, η ΕΒΕ εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες διαμόρφωσης του τελικού χάρτη των επιτυχόντων. Έναν μηχανισμό που, σύμφωνα με εκπαιδευτικούς αναλυτές, δεν λειτουργεί απλώς ως φίλτρο εισαγωγής, αλλά ως ένα σύστημα που επανακαθορίζει τη σχέση των υποψηφίων με την ίδια την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο.
Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής: Ο «κόφτης» που προηγείται των Βάσεων
Η ΕΒΕ δεν σχετίζεται άμεσα με τις βάσεις εισαγωγής των τμημάτων, όμως λειτουργεί ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες υποψήφιοι, ακόμη κι αν συγκεντρώνουν βαθμολογίες που σε προηγούμενα χρόνια θα τους επέτρεπαν την εισαγωγή σε σχολές, αποκλείονται πριν καν εξεταστεί το μηχανογραφικό τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο φαινόμενο καθώς ναι μεν οι βάσεις ανακοινώνονται στα τέλη Ιούλη, όμως για ένα σημαντικό ποσοστό υποψηφίων η διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί «σιωπηλά», χωρίς να φτάσουν ποτέ στο τελικό στάδιο κατανομής θέσεων. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε τμήματα της περιφέρειας ή σε σχολές χαμηλής ζήτησης. Αντίθετα, επεκτείνεται και σε κεντρικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, δημιουργώντας μια «γκρίζα ζώνη» εισαγωγής, όπου η τελική επιλογή δεν εξαρτάται μόνο από τις επιδόσεις, αλλά και από τον συνδυασμό επιδόσεων και συντελεστών της ΕΒΕ. Για πολλούς εκπαιδευτικούς, αυτό το πλαίσιο έχει μετατρέψει τις Πανελλήνιες 2026 σε ένα σύστημα διπλής αξιολόγησης, πρώτα έρχεται ο αποκλεισμός μέσω της ΕΒΕ και στη συνέχεια η κατάταξη μέσω των μορίων.
Η μαθηματική παγίδα της ΕΒΕ
Ένα από τα βασικότερα σημεία κριτικής που διατυπώνονται απέναντι στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται. Η ΕΒΕ δεν αποτελεί ένα σταθερό όριο γνώσεων ή μια συγκεκριμένη βαθμολογική «γραμμή» που καλείται να ξεπεράσει ο υποψήφιος. Αντιθέτως, είναι ένας δυναμικός μηχανισμός που εξαρτάται από τις επιδόσεις του συνόλου των διαγωνιζομένων κάθε χρονιάς. Με άλλα λόγια, δεν αξιολογεί την απόλυτη επίδοση ενός μαθητή αλλά τη θέση του σε σχέση με τους υπόλοιπους υποψηφίους.
Αυτό σημαίνει ότι η δυσκολία ή η ευκολία των θεμάτων, καθώς και η συνολική εικόνα των βαθμολογιών, επηρεάζουν άμεσα το κατώφλι εισαγωγής. Εάν μια χρονιά οι επιδόσεις είναι υψηλές, η ΕΒΕ ανεβαίνει. Εάν οι επιδόσεις είναι χαμηλότερες, η ΕΒΕ υποχωρεί. Έτσι, δύο μαθητές με ακριβώς την ίδια βαθμολογία μπορεί να αντιμετωπιστούν εντελώς διαφορετικά ανάλογα με τη χρονιά στην οποία διαγωνίστηκαν.
Οι επικριτές του μέτρου υποστηρίζουν ότι αυτό δημιουργεί ένα εγγενές παράδοξο. Σε ένα υποθετικό σενάριο όπου οι υποψήφιοι μιας χρονιάς παρουσιάζουν εξαιρετικές επιδόσεις και ο μέσος όρος του επιστημονικού πεδίου διαμορφώνεται στο 18, η κατώτατη ΕΒΕ θα εκτοξευόταν στο 14,4 και η ανώτατη θα προσέγγιζε πρακτικά το 20. Σε μια τέτοια περίπτωση, μαθητές που έχουν επιτύχει βαθμολογίες 15 ή 16, οι οποίες αντικειμενικά θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλές και υποδηλώνουν σημαντική γνωστική επάρκεια, θα μπορούσαν να βρεθούν αποκλεισμένοι από μεγάλο αριθμό πανεπιστημιακών τμημάτων. Για πολλούς εκπαιδευτικούς αναλυτές, αυτό ακριβώς συνιστά το μεγαλύτερο παράδοξο του συστήματος.
Ένας μαθητής μπορεί να θεωρείται άριστος με βάση αντικειμενικά ακαδημαϊκά κριτήρια και παρ' όλα αυτά να αποκλείεται από την πρόσβαση σε σχολές επειδή η χρονιά του χαρακτηρίστηκε από ακόμη υψηλότερες επιδόσεις. Υπό αυτή τη λογική, η ΕΒΕ δεν λειτουργεί ως ένα σταθερό φίλτρο ποιότητας, αλλά ως ένας μεταβαλλόμενος μηχανισμός που επηρεάζεται από τη «συγκομιδή» κάθε εξεταστικής χρονιάς. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί ειδικοί μιλούν για ένα σύστημα το οποίο δεν επιβραβεύει αποκλειστικά την ατομική προσπάθεια, αλλά συνδέει την τύχη του κάθε υποψηφίου με τη συνολική επίδοση χιλιάδων άλλων μαθητών. Κατά συνέπεια, η συζήτηση γύρω από την ΕΒΕ δεν αφορά μόνο το ύψος του ορίου εισαγωγής, αλλά και το κατά πόσο είναι παιδαγωγικά και ακαδημαϊκά ορθό η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση να εξαρτάται από έναν μηχανισμό σχετικής και όχι απόλυτης αξιολόγησης.
57.959 κενές θέσεις στα ΑΕΙ την τελευταία πενταετία λόγω ΕΒΕ
Χιλιάδες θέσεις που χρηματοδοτούνται και σχεδιάζονται από το δημόσιο πανεπιστήμιο παραμένουν κάθε χρόνο κενές, την ώρα που χιλιάδες υποψήφιοι αποκλείονται πριν καν φτάσουν στη φάση της επιλογής σχολών. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με εκπαιδευτικούς αναλυτές είναι ένα σύστημα που από τη μία «φιλτράρει» τους υποψηφίους και από την άλλη αδυνατεί να αξιοποιήσει πλήρως την ίδια του τη δυναμική. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, η εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) από το 2021 έχει δημιουργήσει μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη «τρύπα» στην ανώτατη εκπαίδευση, με χιλιάδες θέσεις να μένουν κενές κάθε χρόνο. Την πενταετία 2021–2025, οι κενές θέσεις στα δημόσια ΑΕΙ ανέρχονται συνολικά σε 57.959, αποτυπώνοντας ένα φαινόμενο που δεν δείχνει να υποχωρεί, παρά τη σταθεροποίηση του συστήματος. Τα στοιχεία ανά έτος δείχνουν μια επίμονη και σχεδόν «δομική» πλέον απώλεια θέσεων:
- 2021: 14.281 κενές θέσεις
- 2022: 10.839 κενές θέσεις
- 2023: 10.745 κενές θέσεις
- 2024: 11.458 κενές θέσεις
- 2025: 10.636 κενές θέσεις
Ο «λογαριασμός» της ΕΒΕ για τα ΑΕΙ
Παράλληλα με τον αποκλεισμό υποψηφίων, η ΕΒΕ έχει επηρεάσει και τη λειτουργία ορισμένων πανεπιστημιακών τμημάτων, ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Τμήματα με περιορισμένο αριθμό εισακτέων καλούνται να λειτουργήσουν με μειωμένο φοιτητικό δυναμικό, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και την ακαδημαϊκή τους ανάπτυξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κενές θέσεις δημιουργούν πιέσεις στον προγραμματισμό των ιδρυμάτων, ενώ σε άλλες οδηγούν ακόμη και σε αναπροσαρμογές στα επιστημονικά πεδία πρόσβασης, προκειμένου να διευρυνθεί η «δεξαμενή» υποψηφίων.
Όπως εξηγεί ο Φυσικός και εκπαιδευτικός αναλυτής Γιώργος Χατζητέγας «Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής δεν αποτελεί εν τέλει φίλτρο ποιότητας όπως πίστεψαν όσοι την εισήγαγαν. Αποτελεί έναν μηχανισμό οριζόντιας απόρριψης υποψηφίων, ο οποίος εδώ και πέντε συνεχόμενα χρόνια παράγει τα ίδια τραγικά αποτελέσματα χωρίς καμία ουσιαστική αξιολόγηση από την Πολιτεία. Μας αφήνουν μάλλον αδιάφορους οι συνέπειες ενός μέτρου το οποίο απορρίπτει χιλιάδες νέους από τα Δημόσια Πανεπιστήμια και εγκαταλείπει δεκάδες τμήματα, στο κέντρο και στη περιφέρεια, σε παρακμή. Οι Πανελλήνιες δεν είναι πολυτήριες Εξετάσεις οι οποίες οφείλουν να διαπιστώνουν την ελάχιστη προαπαιτούμενη γνώση αποφοίτησης από το Λύκειο.
Είναι διαγωνισμός αξιολογικής κατάταξης. Όταν, όμως, κάθε χρόνο αποκλείεται εκ των προτέρων περίπου το ένα τρίτο των υποψηφίων των Γενικών Λυκείων, τότε μετατρέπονται σε εξετάσεις των δύο τρίτων. Ακόμη και αν εμφανιστεί μια εξαιρετικά φωτισμένη γενιά μαθητών, το σύστημα θα συνεχίσει να απορρίπτει μαζικά υποψηφίους εξαιτίας ενός ακατανόητου τεχνητού φραγμού. Τα αποτελέσματα της ΕΒΕ είναι δηλωτικά της κατάστασης. Περισσότερες από 10.000 κενές θέσεις κάθε χρόνο. Και δεν μιλάμε μόνο για περιφερειακά τμήματα. Ακόμη και κεντρικές σχολές εμφανίζουν εικόνα εγκατάλειψης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση τμημάτων Φυσικής, στα οποία έμειναν κενές σχεδόν το 70% των θέσεων. Πρόκειται για ένα αναιτιολόγητο παράδοξο καθώς την ίδια στιγμή που το Δημόσιο χρηματοδοτεί πανεπιστήμια και υποδομές, οι θέσεις παραμένουν άδειες και οι νέοι ωθούνται εκτός δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Παράλληλα, η ΕΒΕ προκάλεσε μια πρωτοφανή μετανάστευση υποψηφίων από το δεύτερο και τρίτο επιστημονικό πεδίο προς το τέταρτο, επειδή εκεί οι μέσες επιδόσεις είναι χαμηλότερες και η πρόσβαση ευκολότερη. Αντί ωστόσο να διορθώσουμε τις στρεβλώσεις του συστήματος, μετακινούμε πλέον ολόκληρα τμήματα μεταξύ επιστημονικών πεδίων, προσπαθώντας να θεραπεύσουμε τις συνέπειες ενός λανθασμένου μέτρου.»
Μιλώντας στο Dnews ο κ. Χατζητέγας σημειώνει ότι «Δυστυχώς η ΕΒΕ εδώ και έξι χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της φετινής χρονιάς αποτελεί «ιερή αγελάδα», κανείς αρμόδιος δεν το αγγίζει και αφήνει την κατάσταση να διαιωνίζεται με θύματα τους υποψηφίους. Αντικειμενικά αυτή η κατάσταση με τα 10.000 κενά στα αμφιθέατρα ευνοεί τα ιδιωτικά ΑΕΙ. Με τα τερτίπια της ΕΒΕ φτάσαμε στο θλιβερό φαινόμενο να φυτοζωούν τμήματα στην ελληνική περιφέρεια και να μην εφαρμόζεται ούτε ένα σχέδιο αναδιάρθωρησης. Στο Μαθηματικό της Σάμου έχουμε κάθε χρόνο μονοψήφιο αριθμό εισακτέων κάθε χρόνο. Το παράδοξο είναι πλέον κραυγαλέο. Από τη μία πλευρά, η ανεμπόδιστη πρόσβαση σε ιδιωτικές δομές ανώτατης εκπαίδευσης - καλώς - διευρύνεται. Από την άλλη, η πρόσβαση στα Δημόσια Πανεπιστήμια δυσκολεύει τεχνητά, αφήνοντας χιλιάδες άδειες καρέκλες στα αμφιθέατρα. Μια εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί να πανηγυρίζει για τη διεύρυνση των επιλογών με καθόλου ευκαταφρόνητα δίδακτρα και ταυτόχρονα να επαίρεται για τον αποκλεισμό χιλιάδων υποψηφίων από υφιστάμενες θέσεις για τις οποίες οι Πολίτες δια βίου πληρώνουν».
Κραυγαλέο παράδειγμα της ΕΒΕ το Μαθηματικό Σάμου, η ανάλυση του Στρατηγάκη
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που έχει αναδείξει η εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), σύμφωνα με τον μαθηματικό, ερευνητή και εκπαιδευτικό αναλυτή Στράτο Στρατηγάκη, είναι η δημιουργία «πανεπιστημίων δύο ταχυτήτων», όπου ορισμένα τμήματα συγκεντρώνουν το σύνολο σχεδόν των εισακτέων, ενώ άλλα οδηγούνται σταδιακά σε ακαδημαϊκή συρρίκνωση. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στα Τμήματα Μαθηματικών. Το 2025 το Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Πατρών κάλυψε και τις 230 διαθέσιμες θέσεις του, ενώ το αντίστοιχο Τμήμα στη Σάμο δέχθηκε μόλις 5 φοιτητές, παρά το γεγονός ότι διέθετε 149 θέσεις και 21 μέλη ΔΕΠ. Την ίδια στιγμή, στην Αθήνα εισήχθησαν 79 φοιτητές και στα Ιωάννινα 115.
Για τον κ. Στρατηγάκη, το πρόβλημα δεν είναι απλώς αριθμητικό αλλά βαθιά δομικό. Η ΕΒΕ λειτουργεί ως ένας μηχανισμός που δεν κατανέμει τους φοιτητές με βάση τις πραγματικές ανάγκες του ακαδημαϊκού χάρτη, αλλά με βάση έναν βαθμολογικό περιορισμό που αφήνει χιλιάδες θέσεις κενές. Έτσι, αντί να ενισχύεται η περιφερειακή ανάπτυξη και η ισόρροπη λειτουργία των πανεπιστημίων, δημιουργούνται τμήματα με ελάχιστους φοιτητές και άλλα με πολλαπλάσιο φόρτο. Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση δύο διαφορετικών πραγματικοτήτων μέσα στο ίδιο δημόσιο πανεπιστημιακό σύστημα. Από τη μία πλευρά υπάρχουν τμήματα που λειτουργούν με γεμάτα αμφιθέατρα, υψηλή ζήτηση και επαρκή αριθμό φοιτητών. Από την άλλη, τμήματα με πλήρες διδακτικό προσωπικό, εργαστήρια και υποδομές υποδέχονται μονοψήφιο αριθμό πρωτοετών, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την αποδοτικότητα της δημόσιας δαπάνης αλλά και για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.
Όπως επισημαίνει το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν εξετάζει κανείς τις βάσεις εισαγωγής. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι θέσεις δεν μένουν κενές επειδή οι υποψήφιοι δεν ενδιαφέρονται για τα συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα, αλλά επειδή δεν πληρούν το όριο της ΕΒΕ. Έτσι, σχολές με αξιόλογο επιστημονικό αντικείμενο και σημαντικές επαγγελματικές προοπτικές αδυνατούν να προσελκύσουν τον απαιτούμενο αριθμό φοιτητών, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διαθέσιμοι υποψήφιοι. Κατά τον εκπαιδευτικό αναλυτή, η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μια σειρά αλυσιδωτών επιπτώσεων. Περιφερειακά τμήματα δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν τη λειτουργία τους, πανεπιστήμια αναγκάζονται να αναζητούν λύσεις μέσω αλλαγών στα επιστημονικά πεδία πρόσβασης και η Πολιτεία καλείται να χρηματοδοτεί δομές που αξιοποιούνται σε πολύ μικρότερο βαθμό από τον προβλεπόμενο. Για τον Στρατηγάκη, το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν η ΕΒΕ πέτυχε να αποτρέψει την εισαγωγή υποψηφίων με πολύ χαμηλές επιδόσεις. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν το τίμημα αυτής της πολιτικής –δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις, τμήματα που ερημώνουν και ένα πανεπιστημιακό σύστημα με εμφανείς ανισορροπίες– είναι μεγαλύτερο από το όφελος που παράγει.
Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο το αν πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο επίπεδο εισαγωγής στα πανεπιστήμια, αλλά το αν ο σημερινός τρόπος εφαρμογής της ΕΒΕ υπηρετεί πραγματικά την ποιότητα της εκπαίδευσης ή αν, αντίθετα, δημιουργεί περισσότερα αδιέξοδα από εκείνα που καλείται να επιλύσει.Αφορά το μοντέλο πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τη σχέση του Λυκείου με το Πανεπιστήμιο, τη βιωσιμότητα των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και τελικά το αναπτυξιακό πρότυπο που επιλέγει να ακολουθήσει η χώρα. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσοι εισάγονται, αλλά αν το σύστημα αξιοποιεί αποτελεσματικά το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει ή αν συνεχίζει να παράγει αποκλεισμούς, κενές θέσεις και εκπαιδευτικά αδιέξοδα σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση διευρύνεται μέσω ιδιωτικών επιλογών.






















