Μια διαφορετική ανάγνωση των Βάσεων 2026 παρουσιάζει ο μαθηματικός – εκπαιδευτικός ερευνητής Στράτος Στρατηγάκης, ο οποίος υποστηρίζει ότι πίσω από τις μεγάλες αυξομειώσεις των βάσεων και τις χιλιάδες κενές θέσεις στα πανεπιστήμια κρύβονται οι στρεβλώσεις που δημιουργεί η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), αλλά και οι διαφορετικές επιλογές που μπορούν να κάνουν τα ίδια τα ιδρύματα.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι φετινές Πανελλήνιες ανέδειξαν δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά, χιλιάδες θέσεις στα πανεπιστημιακά τμήματα έμειναν ακάλυπτες, ενώ από την άλλη οι Στρατιωτικές Σχολές κατάφεραν να καλύψουν τις θέσεις τους, αξιοποιώντας μια διαφορετική στρατηγική.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dk6n69387g9l?integrationId=40599y14juihe6ly}
Η Φυσική άλλαξε τις ισορροπίες
Ο Στράτος Στρατηγάκης επισημαίνει ότι η μεγάλη άνοδος των βάσεων στο 2ο και το 3ο Επιστημονικό Πεδίο δεν ήταν τυχαία. Οφείλεται κυρίως στην πολύ υψηλή επίδοση των υποψηφίων στο μάθημα της Φυσικής, όπου το ποσοστό όσων έγραψαν πάνω από 19 εκτοξεύτηκε στο 20,57%, όταν τα προηγούμενα χρόνια κυμαινόταν μόλις μεταξύ 3% και 8%. Όπως αναφέρει, αυτή η απότομη μεταβολή δυσκολεύει τη σωστή αξιολόγηση των πραγματικά άριστων μαθητών και δημιουργεί έντονες ανακατατάξεις στις βάσεις εισαγωγής.
Όπως σημείωσε ο κ. Στρατηγάκης «Η μεγάλη άνοδος των βάσεων του 2ου και του 3ου Πεδίου οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη Φυσική, που εξελίσσεται στο μεγάλο πρόβλημα των Πανελλαδικών. Στο 1ο και το 4ο Πεδίο δεν είχαμε μεγάλες διακυμάνσεις των βάσεων διότι οι επιδόσεις των υποψηφίων ήταν κοντά στα περσινά επίπεδα. Αυτό είναι το λογικό και το ζητούμενο. Στη Φυσική το πρόβλημα είναι ότι τα θέματα είναι πολύ δύσκολα ή πολύ εύκολα· και στις δύο περιπτώσεις λάθος. Στον πίνακα βλέπουμε το ποσοστό των υποψηφίων που έγραψε πάνω από 19 στις Πανελλήνιες την τελευταία πενταετία.
Επέλεξα το ποσοστό διότι είναι διαφορετικός ο αριθμός των υποψηφίων που εξετάζονται σε κάθε μάθημα. Η Φυσική και η Χημεία εξετάζονται στο 2ο και το 3ο, τα Μαθηματικά στο 2ο και το 4ο και η Βιολογία στο 3ο. Μόνο το ποσοστό μας επιτρέπει να συγκρίνουμε τις επιδόσεις. Στη Χημεία το ποσοστό των υπεραριστούχων είναι από 6,82% έως 9,14%. Εξαιρετικό αποτέλεσμα. Στη Βιολογία από 5,71% έως 12,19% Στα Μαθηματικά από 2,01% έως 4,62%. Τα Μαθηματικά εξετάζονται και στο 4ο Πεδίο που το επιλέγουν συνήθως οι πιο αδύνατοι μαθητές. Στη Φυσική το ποσοστό των υπεραριστούχων κυμαίνεται από 3,61% έως 20,57%. Το πρόβλημα είναι πολύ μεγάλο διότι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν οι άριστοι από τους πολύ καλούς και από τους καλούς, γεγονός που δημιουργεί μεγάλες αδικίες. Τι θα πεις σε ένα υποψήφιο που είχε διαβάσει πάρα πολύ και έγραψε 19 στη Φυσική όταν είδε ότι ο συμμαθητής του που ήταν μέτριος προς αδύνατος μαθητής έγραψε και αυτός 19 στη Φυσική; Πώς ένιωσε αυτό το παιδί; Δεν ένιωσε ότι πήγε τσάμπα η δουλειά που έκανε; Δυστυχώς αυτή η αίσθηση ότι τσάμπα δούλεψες είναι ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα γενικά στην κοινωνία μας.»
«Οι επιδόσεις στη Φυσική έφεραν τις αναταράξεις στις βάσεις και στενοχώρησαν πολλούς υποψηφίους που κάνουν το βασικό λάθος: μόλις δουν τους βαθμούς τους υπολογίζουν τα μόριά τους και τα συγκρίνουν με τις βάσεις. Το θεμελιώδες λάθος είναι ότι συγκρίνουν τους φετινούς βαθμούς με τις περσινές βάσεις, που προέκυψαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Οι υποψήφιοι του 2ου και του 3ου Πεδίου που έκαναν αυτό το πράγμα απογοητεύτηκαν όταν ανακοινώθηκαν οι βάσεις εισαγωγής και είδαν ότι δεν πέρασαν στη σχολή που θεωρούσαν σίγουρη την εισαγωγή τους έχοντας υπερκαλύπτοντας τη βάση καμιά φορά και πάνω από 500 μόρια» τονίζει εμφατικά ο κ. Στρατηγάκης.
Οι 9.747 κενές θέσεις στα ΑΕΙ
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις 9.747 κενές θέσεις που καταγράφηκαν στα τμήματα των Γενικών Λυκείων, αριθμός που, όπως σημειώνει, τείνει πλέον να γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος.
Σε δεκάδες τμήματα οι επιτυχόντες ήταν ελάχιστοι, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφηκαν ακόμη και μονοψήφιοι αριθμοί εισακτέων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Τμήμα Μαθηματικών στη Σάμο, όπου εισήχθησαν μόλις τέσσερις φοιτητές.
Κατά τον ίδιο, οι λόγοι είνα αφενός η γεωγραφική θέση αρκετών τμημάτων και η χαμηλή ζήτησή τους, αφετέρου η εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, η οποία περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των υποψηφίων που μπορούν ακόμη και να δηλώσουν ορισμένες σχολές.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dk62bsn2nae9?integrationId=40599y14juihe6ly}
Η κριτική στην ΕΒΕ
Ο Στρατηγάκης θεωρεί ότι η ΕΒΕ, όπως εφαρμόζεται σήμερα, δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις. Υποστηρίζει ότι ορισμένα πανεπιστημιακά τμήματα επιλέγουν πολύ υψηλό συντελεστή ΕΒΕ, με αποτέλεσμα να αποκλείονται χιλιάδες υποψήφιοι, ακόμη κι αν διαθέτουν πολύ καλές επιδόσεις στα μαθήματα που σχετίζονται άμεσα με το αντικείμενο σπουδών. Όπως εξηγεί, σε ορισμένες περιπτώσεις η δυνατότητα ενός μαθητή να δηλώσει ένα τμήμα εξαρτάται και από μαθήματα που δεν έχουν ουσιαστική σχέση με τις συγκεκριμένες σπουδές, γεγονός που, κατά την άποψή του, αποδυναμώνει τη λογική του μέτρου.
«Κάποια Τμήματα δεν θέλουν φοιτητές και προσπαθούν να περιορίσουν τον αριθμό των φοιτητών τους εκμεταλλευόμενοι την ΕΒΕ. Το Τμήμα Μαθηματικών της Αθήνας επέλεξε τον υψηλότερο δυνατό συντελεστή για τον υπολογισμό της ΕΒΕ, το 1,2, και δεν τον άλλαξε ποτέ από τη θέσπιση της ΕΒΕ το 2021. Μπορούμε να θεωρήσουμε, συνεπώς, ότι οι 56 επιτυχόντες και οι 118 κενές θέσεις αποτελούν ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα για το Τμήμα, αφού δεν είχαμε καμία αλλαγή στα 6 χρόνια εφαρμογής του θεσμού. Κάποιοι κρύβονται πίσω από το ότι οι σπουδές στο Τμήμα τους είναι απαιτητικές, συνεπώς δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους φοιτητές χαμηλών επιδόσεων. Τη δικαιολογία αυτή καταρρίπτουν οι αριθμοί. Η ΕΒΕ του Τμήματος ήταν φέτος 15,71, που σημαίνει ότι για να κριθεί ικανός να δηλώσει το Τμήμα ένας υποψήφιος έπρεπε να έχει γράψει μέσο όρο στα τέσσερα εξεταζόμενα μαθήματα, χωρίς κανένα συντελεστή βαρύτητας, πάνω από 15,71. Τα δύο, όμως, από τα τέσσερα μαθήματα είναι τελείως άσχετα με τις σπουδές των Μαθηματικών. Πρόκειται για τη Χημεία και τη Φυσική που οι βαθμοί τους αποτελούν το μισό του απαιτούμενου μέσου όρου για να δηλώσει ένας υποψήφιος το Τμήμα. Άσχετα κριτήρια, που αποκλείουν υποψηφίους που μετά θα προσπαθήσουν να έρθουν στο Τμήμα με μετεγγραφή από κάποιο άλλο Τμήμα Μαθηματικών, χωρίς να έχουν την απαιτούμενη ΕΒΕ για την εισαγωγή το Τμήμα, διασύροντας όλο το οικοδόμημα της ΕΒΕ» σημειώνει εμφατικά ο κ. Στρατηγάκης.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dk6mxaq9wnkh?integrationId=40599y14juihe6ly}
Πώς γέμισαν οι Στρατιωτικές Σχολές
Αντίθετα, οι Στρατιωτικές Σχολές κατάφεραν φέτος να αυξήσουν σημαντικά τη δεξαμενή των υποψηφίων. Σύμφωνα με τον Στρατηγάκη, αυτό επιτεύχθηκε επειδή το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας επέκτεινε τη δυνατότητα πρόσβασης σε περισσότερα Επιστημονικά Πεδία. Έτσι, σχολές όπως η Σχολή Ευελπίδων δεν απευθύνονταν πλέον μόνο στους υποψηφίους του 2ου Πεδίου, αλλά και σε υποψηφίους άλλων πεδίων, αυξάνοντας θεαματικά τον αριθμό όσων μπορούσαν να τις δηλώσουν. Ωστόσο, ο ίδιος εκφράζει προβληματισμό για τις συνέπειες αυτής της επιλογής, καθώς οι εισακτέοι προέρχονται πλέον από διαφορετικά επιστημονικά υπόβαθρα και δεν διαθέτουν όλοι τις ίδιες γνώσεις στα βασικά μαθήματα που απαιτούν οι στρατιωτικές σπουδές.
Όπως τονίζει εμφατικά «όταν μία σχολή θέλει να γεμίσει με φοιτητές κάνει το γνωστό τρυκ που εφάρμοσε φέτος και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας: Ενέταξε τις Στρατιωτικές Σχολές και στο 3ο Πεδίο και τη Σχολή Ευελπίδων που είχε το μεγάλο πρόβλημα και στο 4ο Πεδίο. Αυτό επέτρεψε να αυξηθεί πάρα πολύ η δεξαμενή των υποψηφίων από τους περίπου 13.500 υποψηφίους που μπορούσαν να δηλώσουν το Τμήμα, όταν αυτό δηλωνόταν μόνο από τους υποψήφιους το 2ου Πεδίου, φτάσαμε στους περίπου 53.000 υποψηφίους που εξετάζονται στα τρία Πεδία.
Ο αξιωματικός του Στρατού πρέπει να έχει γνώσεις Μαθηματικών, Φυσικής, Χημείας, Πληροφορικής και Ψυχολογίας, σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών της σχολής. Πληροφορική και Ψυχολογία μαθαίνουν μέσα στη Σχολή. Δεν χρειάζεται υποδομή γι’ αυτά τα μαθήματα. Οι επιτυχόντες από το 3ο Πεδίο αγνοούν τα Μαθηματικά και οι υποψήφιοι του 4ου Πεδίου δεν γνωρίζουν Φυσική και Χημεία. Πώς θα εξελιχθούν οι σπουδές τους δεν γνωρίζουμε αλλά φανταζόμαστε ότι θα συναντήσουν δυσκολίες διότι αυτά τα μαθήματα απαιτούν υποδομή.
Το δίλημμα είναι να εισάγονται σε μία σχολή υποψήφιοι που έχουν καλές επιδόσεις σε 4 μαθήματα όποια και αν είναι αυτά ή να εισάγονται υποψήφιοι που έχουν την κατάλληλη υποδομή στα απαιτούμενα μαθήματα και ας είναι χαμηλού επιπέδου; Την απάντηση θα μπορούσαν να δώσουν μόνο οι καθηγητές της Σχολής Ευελπίδων που θα εκπαιδεύσουν τους Ευέλπιδες που δεν θα ξέρουν οι μεν Μαθηματικά και οι δε Φυσική και Χημεία έχοντας ταυτόχρονα και σπουδαστές που θα ξέρουν και Μαθηματικά και Φυσική και Χημεία. Θα έχουν, δηλαδή, σπουδαστές τριών ταχυτήτων.
Το άλλο πρόβλημα που δημιουργεί αυτό το τρυκ είναι ότι οι υποψήφιοι που θα θέλουν να πετύχουν στη σχολή Ευελπίδων θα επιλέγουν το 4ο Πεδίο που είναι ευκολότερο, συνεπώς θα αυξάνονται κάθε χρόνο οι σπουδαστές της σχολής που δεν θα γνωρίζουν Φυσική και Χημεία.»
Ανοίγει ξανά η συζήτηση για την ΕΒΕ
Η ανάλυση του Στράτου Στρατηγάκη επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και τον τρόπο εφαρμογής της. Οι χιλιάδες κενές θέσεις στα πανεπιστήμια, σε συνδυασμό με τις μεγάλες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα ιδρύματα και τις αλλαγές στον τρόπο εισαγωγής των Στρατιωτικών Σχολών, αναδεικνύουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σύστημα εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η ΕΒΕ, πέρα από τη διασφάλιση ενός ελάχιστου ακαδημαϊκού επιπέδου, χρειάζεται αναπροσαρμογές ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα μαζικών αποκλεισμών υποψηφίων και χιλιάδων κενών θέσεων στα ελληνικά πανεπιστήμια.

































