Η συζήτηση για το μέλλον των Πανελληνίων και τη βιωσιμότητα των Τμημάτων ΑΕΙ επανέρχεται δυναμικά, με αφορμή την πρακτική ένταξης σχολών σε περισσότερα Επιστημονικά Πεδία. Πρόκειται για μια «πατέντα» που, όπως επισημαίνει ο εκπαιδευτικός αναλυτής Στράτος Στρατηγάκης, μπορεί να γεμίζει τα αμφιθέατρα, αλλά δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις στο σύστημα εισαγωγής.
Η εφαρμογή της Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής τα τελευταία χρόνια οδήγησε πολλά Τμήματα – κυρίως σε περιφερειακές περιοχές ή με χαμηλή ζήτηση – σε σημαντική μείωση των εισακτέων. Μπροστά στον κίνδυνο συρρίκνωσης ή ακόμη και κλεισίματος, αρκετές σχολές επέλεξαν να ενταχθούν και σε επιπλέον Επιστημονικά Πεδία, διευρύνοντας έτσι τον αριθμό των υποψηφίων που μπορούν να τις δηλώσουν στο μηχανογραφικό.
Η τακτική αυτή αποδείχθηκε αποτελεσματική σε αριθμητικό επίπεδο. Σε πολλές περιπτώσεις, οι προτιμήσεις αυξήθηκαν εντυπωσιακά και οι κενές θέσεις μηδενίστηκαν. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη, πρόκειται για μια πρόσκαιρη λύση που δεν αντιμετωπίζει τα βαθύτερα προβλήματα του συστήματος.
Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά «Η ΕΒΕ, το δημογραφικό και η ίδρυση των ιδιωτικών Πανεπιστημίων θα φέρει πολύ μεγάλη συρρίκνωση των δημόσιων Πανεπιστημίων, που αφήνονται χωρίς φοιτητές μέχρι να τεθεί το ζήτημα και να οδηγηθούμε στο κλείσιμο. Διότι ο μόνος τρόπος να κλείσεις ένα Τμήμα, χωρίς αντιδράσεις, είναι αν δεν έχει φοιτητές. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν μπορεί κανείς να έχει αντίθετα επιχειρήματα. Τμήμα χωρίς φοιτητές δεν μπορεί να υπάρχει. Ο αγώνας επιβίωσης των Τμημάτων χαμηλής ζήτησης είναι, λοιπόν, υπαρξιακός. Η «πατέντα» που επιλέγουν τα Τμήματα που κινδυνεύουν είναι η ένταξη σε επιπλέον Πεδία. Έτσι αυξάνεται η δεξαμενή υποψηφίων που μπορούν να δηλώσουν το Τμήμα και ελπίζουν να μειωθούν μ’ αυτόν τον τρόπο οι κενές θέσεις και να περάσει, προς ώρας, ο κίνδυνος. Η “πατέντα” μέχρι στιγμής λειτουργεί και πράγματι η ένταξη σε επιπλέον Πεδία φέρνει φοιτητές. Έτσι κάθε χρόνο υπάρχει μία λίστα με Τμήματα που εντάσσονται και σε επιπλέον Επιστημονικά Πεδία.
Τη μερίδα του λέοντος στην ένταξη σχολών σε επιπλέον Πεδία έχει το 4ο Πεδίο που είναι το μαζικότερο όλων. Το 4ο Πεδίο των Επιστημών της Οικονομίας και της Πληροφορικής είχε τους περισσότερους υποψηφίους με μεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα Πεδία. Στον πίνακα 1 βλέπουμε τον αριθμό των υποψηφίων κάθε Πεδίου. Αναμενόμενο είναι, λοιπόν, να θέλουν όλοι να ενταχθούν στο 4ο Πεδίο.»
Το παράδειγμα των Στρατιωτικών Σχολών
Ενδεικτικό της κατάστασης σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη το γεγονός ότι «λειτουργεί τόσο καλά αυτή η “πατέντα” που ζήλεψε και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και προσπαθεί με αυτή την “πατέντα” να καλύψει τις κενές θέσεις κυρίως στον Στρατό Ξηράς. Έτσι οι σχολές του Στρατού Ξηράς εντάσσονται από φέτος και στο 3ο Πεδίο και στο 4ο Πεδίο εκτός από το 2ο Πεδίο στο οποίο ανήκε δεκαετίες τώρα και οι σχολές του Ναυτικού και της Αεροπορίας εντάσσονται και στο 3ο Πεδίο.»
Στον πίνακα βλέπουμε πόσο καλά τα πήγαν τα Τμήματα που επέλεξαν να ενταχθούν από το 2025 σε επιπλέον Πεδίο. «Ο αριθμός των υποψηφίων που δήλωσαν τις σχολές αυτές σε οποιαδήποτε σειρά αυξήθηκε από 73,42% έως 330,47%. Έτσι οι κενές θέσεις εξαφανίστηκαν και τα Τμήματα γέμισαν φοιτητές, τουλάχιστον στα χαρτιά, διότι δεν γνωρίζουμε πόσοι τελικά από αυτούς παρακολουθούν τις σπουδές τους, διότι δημιουργούνται αρκετά προβλήματα» τονίζει ο κ. Στρατηγάκης.
Η «λύση» για τις κενές θέσεις στα ΑΕΙ και τα προβλήματα που προκαλεί
Ένα από τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν αφορά το γνωστικό υπόβαθρο των φοιτητών. Υποψήφιοι που εισάγονται από διαφορετικά Επιστημονικά Πεδία ενδέχεται να μην διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σπουδών τους. Για παράδειγμα, φοιτητές χωρίς επαρκή γνώση Φυσικής ή Μαθηματικών καλούνται να παρακολουθήσουν Τμήματα με έντονο τεχνολογικό ή επιστημονικό προσανατολισμό, γεγονός που δημιουργεί δυσκολίες ήδη από τα πρώτα έτη φοίτησης. Παράλληλα, τίθεται ζήτημα ισότητας μεταξύ των υποψηφίων. Όπως τονίζει ο κ. Στρατηγάκης, υποψήφιοι που εξετάζονται σε εντελώς διαφορετικά μαθήματα ανταγωνίζονται για τις ίδιες θέσεις. Η σύγκριση βαθμολογιών από διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα δημιουργεί ένα σύστημα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο.
Ενδεικτικό της κατάστασης σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό αναλυτή το γεγονός ότι «Το Τμήμα Συστημάτων Ενέργειας στη Λάρισα εντάχθηκε και στο 4ο Πεδίο. Το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος ασχολείται προφανώς με την ενέργεια που απαιτεί υψηλό επίπεδο γνώσεων Φυσικής. Οι υποψήφιοι του 4ου Πεδίου συνήθως έχουν πάρει… διαζύγιο από τη Φυσική από την Α Λυκείου και γι’ αυτό επιλέγουν το 4ο Πεδίο. Είναι προφανές ότι δεν μπορούν να σπουδάσουν σ’ αυτό το Τμήμα στη μεγάλη τους πλειοψηφία και διότι δεν έχουν γνώσεις Φυσικής και διότι δεν ήθελαν να έχουν γνώσεις Φυσικής. Το Τμήμα Αλιείας και Υδατοκαλλιεργειών στο Μεσολόγγι έχει πρόγραμμα σπουδών που στηρίζεται στη Βιολογία, τη Χημεία και τη Φυσική, πεδία απαγορευμένα και αυτά για τους υποψηφίους από το 4ο Πεδίο. Τα Τμήματα Υλικών έχουν μαθήματα Μαθηματικών και πάρα πολύ Φυσική, υψηλού επιπέδου που απαιτεί γνώσεις Φυσικής. Είναι, προφανώς, δύσκολο να ανταποκριθεί ένας υποψήφιος του 3ου Πεδίου στις απαιτήσεις του προγράμματος σπουδών διότι όχι μόνο δεν εξετάστηκε Μαθηματικά, αλλά ούτε τα διδάχθηκε στη Γ Λυκείου.
Πέρα από τα προβλήματα που θα έχουν κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους οι φοιτητές αυτών των Τμημάτων, που θα προέρχονται από τα επιπλέον Πεδία στα οποία εντάχθηκαν τα Τμήματα, υπάρχει και το πολύ σημαντικό πρόβλημα των άνισων όρων εισαγωγής. Οι υποψήφιοι των Τμημάτων Βιβλιοθηκονομίας προέρχονται είτε από το 1ο είτε από το 4ο Επιστημονικό Πεδίο. Οι πρώτοι εξετάζονται σε Αρχαία Ελληνικά, Ιστορία και Λατινικά και οι δεύτεροι σε Μαθηματικά, Πληροφορική και Οικονομία, εκτός, βέβαια, από τη Νέα Ελληνική Γλώσσα στην οποία εξετάζονται όλοι. Μετά συγκρίνονται οι βαθμοί των πρώτων και των δεύτερων και θα εισαχθεί στη σχολή αυτός που έγραψε καλύτερα στα διαφορετικά μαθήματα.»
Μάλιστα συνεχίζει τονίζοντας ότι «αυτός ο παραλογισμός να συγκρίνονται οι βαθμοί όχι απλά σε διαφορετικά θέματα αλλά σε διαφορετικά μαθήματα που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, αποτελούσε πάντα την αχίλλειο πτέρνα των συστημάτων εισαγωγής από τη δεκαετία του 80. Πρόκειται για σύγκριση που στερείται κάθε λογικής. Αντί σ’ αυτά τα 45 χρόνια να γίνει προσπάθεια να λυθεί το πρόβλημα και να καταργηθούν οι σχολές που δηλώνονται από υποψηφίους διαφορετικών Πεδίων (οι κοινές σχολές, όπως λέμε) το πρόβλημα διαρκώς διογκώνεται, καθώς κάθε χρόνο αυξάνεται ο αριθμός των κοινών σχολών, όπως έγινε το 2025, αλλά και πολλές προηγούμενες χρονιές. Φτάσαμε έτσι οι κοινές σχολές να αποτελούν στο Μηχανογραφικό του 2026 τα 197 από τα 454 Τμήματα, το 43,39%, δηλαδή, των διαθέσιμων Τμημάτων στο Μηχανογραφικό, καθιστώντας πια τη διαδικασία των Πανελληνίων παντελώς άδικη, σχεδόν για τα μισά Τμήματα.»
Όπως επισημαίνει ο κ. Στρατηγάκης, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικές λύσεις. Αντίθετα, απαιτείται συνολικός επανασχεδιασμός του συστήματος, με στόχο τη διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών, της βιωσιμότητας των Τμημάτων και – κυρίως – της ισότητας ευκαιριών για όλους τους υποψηφίους.
































