«Είναι και κάτι αυστηροί, που απορείς κι εξίστασαι πόθεν αντλούν την τόση αυστηρότητα.
Εξ ιδίων! Δεν ασκούν την ελάχιστη κατά του εαυτού τους!..»
Ηρακλής Αποστολίδης
Ο θάνατος της 57χρονης καθηγήτριας Αγγλικών από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο – συνταρακτικός όπως κάθε θάνατος ανθρώπου σε αυτή την ηλικία– έδωσε την αφορμή για μπαράζ σχολίων και τοποθετήσεων. Με έναν τρόπο που αν μη τι άλλο προβληματίζει, το τραγικό αυτό γεγονός πυροδότησε μια σειρά από θυμικά σχόλια: ενάντια στα παιδιά, ενάντια στους γονείς τους, ενάντια στους εκπαιδευτικούς, ενάντια στους προϊσταμένους της, ενάντια στο Υπουργείο Παιδείας και την εκπαιδευτική πολιτική. Και κάποια τουλάχιστον από τα σχόλια αυτά έβριθαν από κοινωνικό κανιβαλισμό και λόγο μισαλλοδοξίας, όλοι οι παραπάνω αναπαραστάθηκαν με πολύ απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, καταλήγοντας άλλοτε ότι το σχολείο χρειάζεται περισσότερη πειθαρχία, άλλοτε ότι χρειάζεται περισσότερη δημοκρατία, άλλοτε πως οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται περισσότερη θωράκιση και εξουσίες, άλλοτε πως χρειάζονται περισσότερη επιτήρηση και έλεγχο κ.ο.κ.
Τι δικαιώνει ένας θάνατος;
Φυσικά την ώρα ετούτη το μόνο σίγουρο είναι ότι η άτυχη καθηγήτρια πέθανε από αγγειακό εγκεφαλικό. Όλες οι υπόλοιπες συνεπαγωγές («τη σκότωσαν» τα παιδιά, οι γονείς, οι συνάδελφοι, η προϊσταμένη, το υπουργείο κ.λπ.) είναι υποθέσεις που δύσκολα μπορούν να διαψευσθούν ή να επιβεβαιωθούν ενώπιον οποιουδήποτε συστήματος απονομής δικαίου -πέραν φυσικά από το γενικευμένο διαδικτυακό «δικαστήριο» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των μέσων μαζικής επικοινωνίας (όπου όλα γίνονται). Κι ακόμα, η συσχέτιση του βιούμενου εργασιακού στρες με την επέλευση βιολογικών επιπτώσεων στη σωματική και ψυχική υγεία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορούμε να αποφανθούμε για το δίκαιο και το άδικο μιας αντιπαράθεσης στους χώρους εργασίας. «Ο αποθανών δεδικαίωται»-όμως δεν δικαιώνονται υποχρεωτικά και όλες του οι απόψεις ή οι ερμηνείες του για τον κόσμο. Έτσι, τι εντέλει συνέβη, ποιος έφταιξε και πόσο έφταιξε θα πρέπει μάλλον να τα αποφασίσει ο καθένας και η καθεμιά με βάση άλλα γενικότερα κριτήρια, και εν τέλει τις ευρύτερες πεποιθήσεις του/της.
Αν μάλιστα κανείς μπει στον κόπο να δει τις απόψεις τις οποίες είχαν εκφράσει παλαιότερα οι συντάκτες των διάφορων τόσο θυμικών τοποθετήσεων θα διαπιστώσει πως στην πλειονότητά τους όσοι εξ αφορμής του τραγικού αυτού θανάτου προτείνουν περισσότερη πειθαρχία και καταστολή το ίδιο πρέσβευαν και πριν από το τραγικό αυτό συμβάν. Ενώ παράλληλα όσοι προτείνουν περισσότερη δημοκρατία και ελευθερία το πρέσβευαν ωσαύτως και πριν: κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, με αφορμή ένα τραγικό γεγονός, βρήκαν όλοι ευκαιρία να στηρίξουν την ήδη διαμορφωμένη άποψή τους για το «τις πταίει» και το «τι μέλλει γενέσθαι» στα σχολεία στο θάνατο της 57χρονης. Η διαπίστωση αυτή βεβαίως υποδηλώνει ότι όλες οι εκφρασμένες με αυτό τον τρόπο απόψεις τελικά καμιά σχέση δεν έχουν με το θάνατο, ούτε αποδεικνύονται ορθές ούτε εσφαλμένες εξ αυτού, απλώς μόνο τον χρησιμοποιούν για να πείσουν το κοινό για την ορθότητά τους μέσω της συγκινησιακής φόρτισης που η επίκληση ενός θανάτου επιφέρει.
Θα κάνει μάθημα η αστυνομία;
Και τούτο αποτελεί έναν δεύτερο θάνατο της άτυχης καθηγήτριας που γίνεται μεταθανάτια βορά στις σοβούσες αντιπαραθέσεις για τα μεγάλα προβλήματα της εκπαίδευσης στη χώρα μας. Έναν θάνατο που έρχεται σε μια περίοδο στην οποία πλείστα όσα επικοινωνιακά κέντρα προβάλλουν μια ψευδεπίγραφη «βινιέτα» ενός παιδιού που αποτελεί απειλή για το κοινωνικό σύνολο και που χρειάζεται καταστολή…. Έναν δεύτερο, επικοινωνιακό θάνατο που συντελείται σε μια περίοδο που αντί της προώθησης του ειλικρινούς και εποικοδομητικού διαλόγου επικρατεί αντ’ αυτού η υποδαύλιση των παθών και της έριδας ανάμεσα στις συνιστώσες της εκπαιδευτικής ζωής. Που εντελώς ατεκμηρίωτα μέτρα όπως εκείνο της πλατφόρμας των αλληλοκαταγγελιών για bullying χρησιμοποιούνται για να αποπροσανατολίσουν από τα υπαρκτά ελλείμματα και τις υστερήσεις των εκπαιδευτικών πολιτικών. Σε μια εποχή στην οποία καθημερινά καλούνται οι εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές να παρέμβουν στην σχολική ζωή, λες και η καταστολή και η αστυνόμευση να μπορεί να απαντήσει τις μεγάλες προκλήσεις της εκπαιδευτικής πολιτικής. Λες και η καταστολή να μπορεί να εμπνεύσει τα παιδιά και να τους επικοινωνήσει την μαγεία των μαθηματικών, τον πλούτο νοημάτων της γλώσσας και της λογοτεχνίας, την δύναμη που δίνουν στον άνθρωπο η φυσική και η χημεία και την ενόραση για την ζωή και την ύπαρξη που του δίνουν τα καλλιτεχνικά μαθήματα. Αλλά βεβαίως, σε μια εποχή λαϊκισμού της αυστηρότητας και της επίδειξης πυγμής «όταν το μόνο εργαλείο που διαθέτει κανείς είναι ένα σφυρί, όλα τα προβλήματα τείνει να τα αντιμετωπίσει σαν καρφιά».
Δυο προϋποθέσεις ενός ουσιαστικού διαλόγου
Η εκπαίδευση στη χώρα μας έχει πολλά, σοβαρά και χρόνια προβλήματα. Αν ωστόσο θέλουμε να είμαστε στοιχειωδώς αξιόπιστοι, σοβαρή συζήτηση για τόσο μεγάλα θέματα δεν μπορεί να γίνει με όρους θυμικής φόρτισης, «με φοβέρες και αίματα» και την επίκληση των νεκρών για να επικυρωθούν ήδη προαποφασισμένες απόψεις. Και παρότι οι ψύχραιμες τοποθετήσεις που αποφεύγουν τις θυμικές κορόνες δεν είναι τόσο δημοφιλείς στην ψηφιακή σφαίρα των δημοσιολογούντων, αν υπάρχει μια προϋπόθεση για να έχει νόημα η όποια –και αντιπαραθετική– συζήτηση για τέτοια θέματα είναι ακριβώς η ψυχραιμία και ο τεκμηριωμένος λόγος.
Η άλλη προϋπόθεση είναι όποιος/α θέλει να συνεισφέρει κάτι σε αυτόν τον διά-λογο για το τι μπορεί να βοηθήσει την εκπαίδευση στη χώρα μας να βελτιωθεί οφείλει να ξεκινά από την αφετηρία της στήριξης των μαθητών, των γονέων τους και των εκπαιδευτικών. Γιατί αυτοί είναι η εκπαίδευση. Και αν είναι να στηριχθούν για να επιτελέσουν καλύτερα το ρόλο τους, αυτό πρέπει να γίνει με αγάπη και φροντίδα για όλους όσους συναπαρτίζουν την εκπαιδευτική κοινότητα. Όποιος/α βρήκε αφορμή να τους επιτεθεί, να τους δαιμονοποιήσει, να τους διαβάλει, να υποστηρίξει πως θέλει να εξαφανιστούν ως τέτοιοι που είναι και να αντικατασταθούν από κάποιους άλλους, για οποιαδήποτε από τις συνιστώσες της εκπαιδευτικής κοινότητας κι αν το έκανε, ή για να τους βάλει να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους αντί να εργαστούν μαζί, θα ήταν καλύτερα για όλους να σιωπήσει: θα προσέφερε έτσι καλύτερες υπηρεσίες στην πολύπαθη εκπαίδευση στη χώρα μας.
Νικολαΐδης Γιώργος
Ψυχίατρος
Διευθυντής Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας
Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού
































