Καμπανάκι για το κόστος της ενεργειακής κρίσης και τον κίνδυνο να ξεφύγουν τα δημόσια οικονομικά χτυπά το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, προειδοποιώντας ότι η λύση δεν μπορεί να βρίσκεται σε γενικευμένες μειώσεις φόρων και οριζόντια μέτρα στήριξης.
Παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του Σεπτεμβρίου 2026, ο επικεφαλής του Γραφείου, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, έστειλε σαφές μήνυμα ότι η χώρα δεν διαθέτει απεριόριστες δημοσιονομικές αντοχές απέναντι στο νέο ενεργειακό σοκ. «Δεν υπάρχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια για να καλύψουμε το ενεργειακό τσουνάμι που βρίσκεται σε εξέλιξη», τόνισε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι οριζόντιες μειώσεις φόρων, όπως στον ΦΠΑ και στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, δεν έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα με τα στοχευμένα μέτρα. Όπως υπογράμμισε, «η δημοσιονομική σύνεση είναι το Α και το Ω στην παρούσα συγκυρία», καθώς λανθασμένες επιλογές θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα που έχει πετύχει η χώρα.
Ο κ. Τσουκαλάς εμφανίστηκε επιφυλακτικός και απέναντι στη συνεχή χρήση των λεγόμενων ρητρών διαφυγής από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είτε αυτές αφορούν την ενέργεια είτε τις αμυντικές δαπάνες. Κατά την άποψή του, η επανάληψη τέτοιων εξαιρέσεων κινδυνεύει να πλήξει την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα πρέπει να αναζητήσει διαφορετικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης των διαδοχικών κρίσεων.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εκτίμηση του Γραφείου για την ενεργειακή κρίση. Ο επικεφαλής του θεωρεί ότι το πρόβλημα «δεν είναι παροδικό, αλλά θα παραμείνει για χρόνια», γεγονός που κάνει ακόμη δυσκολότερες τις προβλέψεις για την πορεία των τιμών.
Για τον φετινό πληθωρισμό απέφυγε να δώσει συγκεκριμένο τελικό ποσοστό, χαρακτηρίζοντας οποιαδήποτε πρόβλεψη «παρακινδυνευμένη». Εκτίμησε, ωστόσο, ότι δύσκολα ο πληθωρισμός θα κλείσει κάτω από το 3,2%, ενώ για το 2027 δεν επιχείρησε καμία πρόβλεψη. Δύσκολη παραμένει και η κατάσταση στα τρόφιμα, όπου, όπως σημείωσε, οι συνθήκες κάθε άλλο παρά ιδανικές είναι.
Τον Αύγουστο ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,7%, υψηλότερα από το 3,2% της Ευρωζώνης. Το Γραφείο επισημαίνει ότι η επίμονη αυτή διαφορά αποτελεί πηγή ανησυχίας, καθώς πλήττει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Παρά το δύσκολο περιβάλλον, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, έναντι ανάπτυξης 1,2% στην Ευρωζώνη. Το Γραφείο διατηρεί την πρόβλεψή του για ανάπτυξη 1,9% στο σύνολο του 2026, με το εύρος των εκτιμήσεων να κινείται μεταξύ 1,7% και 2%.
Την ίδια στιγμή, τα δημόσια οικονομικά συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή εικόνα. Το προσαρμοσμένο πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης καταγράφει πλεόνασμα 11,3 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί στο 4,3% του ΑΕΠ και είναι αυξημένο κατά σχεδόν 2 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025.
Τέλος, τα έσοδα από τον ΦΠΑ έχουν αυξηθεί κατά περίπου 2 δισ. ευρώ, εξέλιξη που συνδέεται μεταξύ άλλων με την άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης.































