Σε διεύρυνση της ρύθμισης για τις παλαιές οφειλές αναγκάσθηκε η κυβέρνηση, αυξάνοντας τον ανώτατο αριθμό των δόσεων από 72 σε 120, την ώρα που νοικοκυριά και επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπα με συσσωρευμένα χρέη και περιορισμένη ρευστότητα.
Η παρέμβαση μπορεί να παρουσιάζεται ως οικονομική «ανάσα», έρχεται όμως αφού η ενεργειακή κρίση, η ακρίβεια και το αυξημένο κόστος λειτουργίας έχουν ήδη ασκήσει ισχυρές πιέσεις σε οικογενειακούς προϋπολογισμούς και επιχειρήσεις. Το γεγονός ότι απαιτείται πλέον ορίζοντας ακόμη και δέκα ετών για την αποπληρωμή παλαιών υποχρεώσεων αποτυπώνει, παράλληλα, το μέγεθος του προβλήματος που έχει συσσωρευτεί.
Με το νέο πλαίσιο, ο μέγιστος αριθμός δόσεων ανεβαίνει στις 120, έναντι 72 προηγουμένως, ενώ η ελάχιστη μηνιαία καταβολή καθορίζεται στα 30 ευρώ. Στη ρύθμιση θα μπορούν να ενταχθούν τόσο οφειλές προς τη φορολογική αρχή όσο και χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ποιες οφειλές υπάγονται στη ρύθμιση
Διευρύνεται, ταυτόχρονα, και το χρονικό εύρος των χρεών που μπορούν να υπαχθούν. Πλέον θα είναι δυνατό να ενταχθούν οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024, αντί της 31ης Δεκεμβρίου 2023 που προβλεπόταν στο προηγούμενο πλαίσιο, με την προϋπόθεση ότι δεν βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης στις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Προηγουμένως, η αντίστοιχη ημερομηνία ήταν η 20ή Απριλίου 2026.
Η διεύρυνση αυτή αποτελεί, ουσιαστικά, παραδοχή ότι ένα σημαντικό τμήμα των οφειλετών δεν κατάφερε να ανταποκριθεί ούτε με τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα εργαλεία. Αντί για μια συνολική αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, επιλέγεται εκ νέου η επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής, μεταφέροντας τις υποχρεώσεις των πολιτών σε βάθος δεκαετίας.
Περισσότερος χρόνος προβλέπεται και για την υποβολή των αιτήσεων, καθώς η προθεσμία ένταξης παρατείνεται έως τις 30 Ιουνίου 2027, έναντι της 31ης Δεκεμβρίου 2026 που ίσχυε προηγουμένως.

































