Οι νίκες στον αθλητισμό, ιδιαίτερα στα ομαδικά αθλήματα, πολλώ δε μάλλον στο ποδόσφαιρο, ξεπερνούν την πραγματική τους διάσταση και παρουσιάζονται σαν μυθικά επιτεύγματα. Συχνά, αναφερόμαστε σε επιτυχίες εθνικών ομάδων, και αποδίδουμε σε αυτές μία ιστορικές διαστάσεις. Πάνω στη χαρά της νίκης, τα γκολ της Εθνικής τα παρομοιάζονται με μεγάλα εθνικά κατορθώματα, που δικαιολογούνται με τα χαρίσματα της «φυλής». Οι δε αθλητές γίνονται «εθνικοί ήρωες» και κατατάσσονται δίπλα στους αγωνιστές της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας κάθε χώρας. Σα να λέμε ότι ο Κουρμπέλης που πέτυχε το γκολ εις βάρος της Γερμανίας είναι ο Κολοκοτρώνης και ο Τζόλης, που του έδωσε την πάσα είναι ο Καραϊσκάκης… Αντίστοιχα, οι ήττες χαρακτηρίζονται ως «εθνικές τραγωδίες» ή καταστροφές. Ασφαλώς, πρόκειται για υπερβολές…
Οι εθνικές ομάδες κάθε αθλήματος δεν εκπροσωπούν μία χώρα ή ένα έθνος, αλλά την οικεία εθνική ομοσπονδία του αντίστοιχου σπορ. Πολλές φορές το χορτάρι ή το παρκέ ή το κουλουάρ δεν αντικατοπτρίζει τίποτα περισσότερο από τη δουλειά που γίνεται από τις ομοσπονδίες ή την προετοιμασία των αθλητών ή απλώς τη συγκυρία να συμπέσουν αρκετοί καλοί ταλαντούχοι αθλητές στην ίδια ομάδα. Όπως έγινε με την Εθνική Ελλάδας, το 2004. Και επειδή ο αθλητισμός έχει και το στοιχείο της τύχης, μπορεί να συμβεί το τελικό αποτέλεσμα να μην οφείλεται καν σε όλα τα παραπάνω, αλλά απλώς να καθορίζεται από την τύχη του νικητή ή την ατυχία του ηττημένου. Ένα δοκάρι ή ένα χαμένο πέναλτι, μπορεί να καθορίσουν αν το τελικό αποτέλεσμα θα είναι θρίαμβος ή πανωλεθρία.
Αντιθέτως, στην Ιστορία, κανένας λαός δεν προόδευσε τυχαία, καμία Επανάσταση δεν πέτυχε από συγκυρίες και καμία Ελευθερία ή Ανεξαρτησία δεν κατακτήθηκε επειδή μία σφαίρα πέτυχε έναν τύραννο, αντί να χτυπήσει σε ένα… δοκάρι. Καμία Αυτοκρατορία δε διαλύθηκε επειδή άνοιξε η πόρτα σε ένα καλά φυλαγμένο κάστρο και κανένας πόλεμος δε χάθηκε επειδή πόνεσε το στομάχι ενός στρατηγού.
Το μάθημα του Κλοπ
Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων, ως ομοσπονδιακού προπονητή της Εθνικής Γερμανίας και λίγο μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των περιφερειακών εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου, στη Σαξονία, όπου το ακροδεξιό Afd συγκέντρωσε το 44% των ψήφων, ο Γιούργκεν Κλοπ δήλωσε: «Δε θέλω να αφήσουμε την εθνική υπερηφάνεια στα λάθος χέρια». «Θέλω η πατρίδα μου να είναι ανοιχτή, διαφορετική, ευγενική και φιλική. Η γερμανική σημαία να αποτελεί σύμβολο υπερηφάνειας».
Κατά κάποιο τρόπο, έβαλε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Αφενός μεν, αναγνώρισε έμμεσα αυτό που περιγράφεται παραπάνω. Ότι δηλαδή, οι επιτυχίες μίας Εθνικής Ομάδας, εν προκειμένω της Εθνικής Γερμανίας, δεν πρέπει να προσλαμβάνουν μία διάσταση που ξεφεύγει από την πραγματική. Μπορεί να δίνουν την αφορμή για να κυματίσουν οι γερμανικές σημαίες, αλλά, σε μία χώρα που η ακροδεξιά φουντώνει επικίνδυνα, δεν πρέπει να αποτελέσει το λόγο για να ισχυριστούν κάποιοι ότι οι νίκες της “Nationalmannschaft” είναι και νίκες που καταδεικνύουν την ανωτερότητα της γερμανικής φυλής έναντι των υπολοίπων. Ο Κλοπ ξεκαθάρισε ότι στη «δική του» εθνική ομάδα δε χωράνε εθνικιστικά – φασιστικά παιχνίδια και μηνύματα!
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κλοπ αισθάνεται την ανάγκη να τοποθετηθεί σε κοινωνικά – πολιτικά θέματα. Δεν ακολουθεί τη λογική του διαχωρισμού του αθλητισμού από την πολιτική και την κοινωνία. Το κάνει αυτό, γιατί γνωρίζει καλά αυτό θα ήταν μία ουτοπική στάση, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης, ξέρει καλά ότι ακόμα και αν ήθελε να κρατήσει τα αποτελέσματα της Εθνικής Ομάδας της χώρας του μακριά από πολιτική εκμετάλλευση, πάντα θα βρίσκονταν κάποιοι που δε θα το έκαναν. Λειτούργησε, επομένως, με βαθύ πολιτικό κριτήριο, για να προλάβει τους κακοπροαίρετους. Κατά τη γνώμη μας καλά έκανε! Επιτέλους, ο 59χρονος τεχνικός, γνωστός για τις αριστερές αντιλήψεις του, καταλαβαίνει ότι και «η μη θέση», εν τέλει, αποτελεί «θέση».
Τα στερεότυπα και Δικαιοσύνη του Ποδοσφαίρου
Το 1982, ο μεγάλος Γιάννης Διακογιάννης περιέγραφε τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου ανάμεσα στην Ιταλία και τη Γερμανία. Από εκείνη την ιστορική, γλαφυρή περιγραφή, δεν έλειψε και η αναφορά σε στερεότυπα. Το πρώτο ημίχρονο εκείνου του αγώνα ήταν από τα χειρότερα που έχουν σημειωθεί ποτέ. Ενοχλημένος ο Διακογιάννης, προς το τέλος του πρώτου 45λεπτου σχολίασε: «Ευρωπαϊκός τελικός… Δεν περιμέναμε τίποτα καλύτερο!». Έλα όμως, που το δεύτερο ημίχρονο ήταν συναρπαστικό! Οι Ιταλοί «χτύπησαν» τρεις φορές τους Γερμανούς και πήραν το Κύπελλο με 3-1. Μόλις οι «ατζούρι» πέτυχαν το τρίτο τέρμα και αφού ήταν βέβαιο πλέον ότι θα στέφονταν παγκόσμιοι πρωταθλητές, ο Διακογιάννης είπε: «Το μπρίο, η εξυπνάδα, η φαντασία νίκησε το ποδόσφαιρο των ρομπότ». Εννοώντας ότι οι Ιταλοί έχουν μπρίο και φαντασία κέρδισαν το μεθοδικό και οργανωμένο σύστημα των Γερμανών (ρομπότ). Προφανώς, πρόκειται για αναφορά σε στερεότυπα. Κάτι σαν το ανέκδοτο που έλεγε ότι ο τέλειος άνθρωπος πρέπει να εργάζεται σαν τους Γερμανούς, να χορεύει σαν τους Έλληνες και να κάνει έρωτα σαν τους Ιταλούς… Ξαναλέμε: πρόκειται για στερεότυπα. Αυτά τα στερεότυπα τα έχει ανατρέψει το ίδιο το ποδόσφαιρο. Όχι μόνο τώρα, αλλά ιστορικά.
Αυτό δε σημαίνει ότι οι Εθνικές Ομάδες που έχουμε παρακολουθήσει στο παρελθόν δεν είχαν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι μεγάλες ομάδες της Εθνικής Βραζιλίας, για παράδειγμα χαρακτηρίζονταν από το ταλέντο, τη φαντασία, τις περίτεχνες ενέργειες. «Τη μαγεία της μπάλας». Οι Γερμανοί πάλι στηρίζονταν, κυρίως, στην πειθαρχία, την καλή οργάνωση και την υποστήριξη των θέσεων και των γραμμών. Οι Ιταλοί έδιναν μεγαλύτερο βάρος στην τακτική. Προσπαθούσαν να αποσπάσουν το αποτέλεσμα, παρά να το κερδίσουν οι ίδιοι. Ιστορικά, το ποδόσφαιρο απέδειξε ότι κάθε είδους προσέγγιση ήταν νικηφόρα. Οι Βραζιλιάνοι έχουν κατακτήσει πέντε Παγκόσμια Κύπελλα, ενώ οι Γερμανοί και οι Ιταλοί από τέσσερα. Άρα, το ποδόσφαιρο αποδεικνύει ότι είναι ανοικτό σε κάθε είδους… ερμηνεία.
Ίσως, με μία μικρή εξαίρεση στους Άγγλους, οι οποίοι θεωρώντας ότι αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι εφευρέτες και οι δικαιούχοι του αθλήματος. “It’s our game” λένε για το ποδόσφαιρο και το προσεγγίζουν κάθε φορά με μία μικρή δόση υπεροψίας. Γι’ αυτό και το ίδιο το άθλημα τους τιμωρεί για αυτή την ύβρι και τους έχει απονείμει μόνο ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, το μακρινό 1964. Ας αφήσουμε όμως τα αστεία…
Η νέα κοινωνία και το νέο ποδόσφαιρο
Στις μέρες μας, ακόμα και να ήθελε κάποιος να αποδώσει στο παιχνίδι των εθνικών ομάδων τα χαρακτηριστικά του λαού της χώρας που εκπροσωπεί, δε θα μπορούσε. Στις μέρες μας που οι περισσότερες κοινωνίες είναι πολυπολιτισμικές, οι περισσότερες εθνικές ομάδες έχουν παίκτες με καταγωγή από διαφορετικές χώρες και ηπείρους. Ορθά, συμπεριλαμβάνουν στο δυναμικό τους παιδιά που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, αλλά μεγάλωσαν και έμαθαν ποδόσφαιρο στην Ευρώπη. Ακόμα και η Εθνική Ελλάδας έχει αριστερό μπακ τον Λάζαρο Ρότα, αλβανικής καταγωγής και τον Ανδρέα Τετέχ, που κατάγεται από τη Σιέρα Λεόνε. Για την Εθνική Γερμανίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, ακόμα και της Ελβετίας ή της Αυστρίας ας μην το συζητήσουμε καν…
Είτε αρέσει είτε όχι (εμάς μας αρέσει) η ψυχοσύνθεση των λαών και η νοοτροπία των ανθρώπων αλλάζει. Για να προοδεύσουν οι κοινωνίες οφείλουν να συμπεριλάβουν όλους τους ανθρώπους, να αξιοποιήσουν τις ιδιαίτερες ικανότητες και τα χαρακτηριστικά τους, να τους ενσωματώσουν και να τους πείσουν ότι κι αυτοί με τη σειρά τους θα πρέπει να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που τους παρέχονται, να δεχθούν τα πολιτισμικά στοιχεία που τους προσφέρονται στις νέες τους κατοικίες. Αν η ανθρώπινη ιστορία είναι ιστορία μεταναστεύσεων, δηλαδή συνεχών μετακινήσεων των ανθρώπων από το ένα γεωγραφικό μέρος στο άλλο, και αν μέσα από αυτή τη συνθήκη η Ανθρωπότητα προχωράει προς τα εμπρός, η εποχή μας δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση.
Και είναι απολύτως φυσιολογικό, αυτή η βαθιά, ουσιαστική, ιστορική μεταστροφή να αποτυπώνεται και στον αθλητισμό και δη στο ποδόσφαιρο.
Συμπερίληψη…
Υπάρχει όμως, και μία πιο βαθιά μορφή συμπερίληψης που πάντοτε υπήρχε στο ποδόσφαιρο και, επί της ουσίας, έσπαγε τα στερεότυπα: Η συμπερίληψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Των ιδιαίτερων ικανοτήτων και ελαττωμάτων που έχει κάθε άτομο, ακόμα και αν έχει κοινή καταγωγή και αν υπάγεται στην ίδια εθνοτική, φυλεκτική, θρησκευτική, πολιτισμική ομάδα με τον δίπλα του.
Η Εθνική Βραζιλίας που το 2002 κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν είχε στις τάξεις της μόνο τον Ροναλντίνιο, τον Ρονάλντο και τον Ριβάλντο. Για να μπορέσουν να σταθούν μπροστά αυτοί «οι τρεις μάγοι», χρειάστηκε να τους υποστηρίξει ο Ζιλμπέρτο Σίλβα και ο Κακά δύο παίκτες που είχαν μεν υψηλή τεχνική, αλλά κυρίως ήταν απολύτως εγκεφαλικοί παίκτες με άρτια τακτική κατάρτιση. Η Ιταλία, Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 2006 διέθετε μεν τους κορυφαίους αμυντικούς στην Ιστορία του Ποδοσφαίρου (Μαλντίνι, Νέστα, Καναβάρο) και μέσους με απόλυτη προσήλωση στις ισορροπίες και τις γεωμετρίες του παιχνιδιού (Πίρλο), αλλά είχε και απίθανους μεσο-επιθετικούς, όπως ο Ντελ Πιέρο και ο Τότι.
Το ποδόσφαιρο είναι ένα σπορ που χρειάζεται (ενδεικτικά αναφέρονται) δύναμη, αλτικότητα, ταχύτητα, τεχνική, εξυπνάδα, φαντασία, πονηριά, οργάνωση, τακτική προσήλωση… Είναι αδύνατο ένας και μόνο ποδοσφαιριστής να διαθέτει ταυτόχρονα όλα τα παραπάνω. Είναι εντελώς αδύνατο και το σύνολο των παικτών που απαρτίζουν ένα ρόστερ να διαθέτουν ταυτόχρονα όλα τα παραπάνω… Κάθε παίκτης, έχει κάποια από αυτά τα χαρίσματα πιο ανεπτυγμένα και κάποια λιγότερο. Ο προπονητής αξιοποιεί από κάθε παίκτη τα καλύτερα χαρακτηριστικά του, τα αποτυπώνει στο γήπεδο και τα προσαρμόζει στο παιχνίδι της ομάδας του, αλλά και στο παιχνίδι του αντιπάλου. Σε αυτό το δύσκολο έργο δεν υπάρχει περιθώριο αποκλεισμών, με βάση το χρώμα, την εθνική προέλευση, τη φυλή, τη θρησκεία ή τις πολιτικές πεποιθήσεις. Δεν χωρούν καν, προσωπικές συμπάθειες και αυθαίρετοι αποκλεισμοί. Για να πετύχει αυτό το δύσκολο έργο απαιτείται ενσυναίσθηση και συμπερίληψη!
Και αυτό συμβαίνει, φυσικά, σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Από τη λειτουργία μίας απλής επιχείρησης, μέχρι τη μεγαλύτερη πολυεθνική εταιρεία, από την πιο απλή κοινωνική ομάδα, μέχρι την πιο μεγάλο και ισχυρό Κράτος ή Κοινότητα Κρατών, προϋπόθεση προόδου, ανάπτυξης και επιτυχίας είναι ο σεβασμός στον Άνθρωπο και τα ιδιαίτερα ατομικά και συλλογικά χαρακτηριστικά του.
Και ως προς αυτό, για άλλη μία φορά, το ποδόσφαιρο κλείνει το μάτι και δείχνει τον τρόπο… Γι’ αυτό και εξακολουθεί να μαγεύει…
(Ο Κώστας Καρβουναρίδης είναι Δικηγόρος – Μάστερ Αθλητικού Δικαίου και Μάνατζμεντ, Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών CIES – ΦΙΦΑ)































