Ευάλωτα απέναντι στο νέο κύμα της ενεργειακής κρίσης βρίσκει τα ελληνικά νοικοκυριά η πορεία προς τον χειμώνα, καθώς το γερασμένο κτιριακό απόθεμα, η ενεργειακή φτώχεια και ο παλιός στόλος αυτοκινήτων περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες εξοικονόμησης.
Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, οι Ευρωπαίοι έχουν πληρώσει περίπου 100 δισ. ευρώ περισσότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο για την ίδια ποσότητα εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων. Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι επιπτώσεις είναι εντονότερες λόγω χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών.
Ενεργειακή φτώχεια
Περίπου ένα στα πέντε ελληνικά νοικοκυριά αντιμετωπίζει ενεργειακή φτώχεια, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2025 το 18,1% των νοικοκυριών δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, έναντι 8,8% στην Ε.Ε. Με τις τιμές της ενέργειας να αυξάνονται, το πρόσθετο κόστος για τα νοικοκυριά εκτιμάται ότι μπορεί να προσεγγίσει φέτος τα 500 εκατ. ευρώ.
Καθοριστικό παράγοντα αποτελεί η κατάσταση των κατοικιών. Περισσότερες από τις μισές έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980, περίπου έξι στις δέκα δεν διαθέτουν επαρκή θερμομόνωση και το 75% του κτιριακού αποθέματος κατατάσσεται στις χαμηλές ενεργειακές κατηγορίες Ε-Η. Μόλις το 3,76% βρίσκεται στις κατηγορίες Α-Β.
Χαμηλό το ποσοστό αναβαθμίσεων
Παράλληλα, παρά τα περίπου 2,5 δισ. ευρώ που έχουν κινητοποιηθεί τα τελευταία 15 χρόνια μέσω των προγραμμάτων «Εξοικονομώ», ο ρυθμός ενεργειακής ανακαίνισης παραμένει λίγο πάνω από το 1% ετησίως. Μόλις το 9,5% των πολιτών δηλώνει ότι η κατοικία του αναβαθμίστηκε ενεργειακά την τελευταία πενταετία, έναντι 23,9% στην Ευρώπη.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν οι μεταφορές, που αντιστοιχούν περίπου στο 43% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Η μέση ηλικία των ελληνικών επιβατικών αυτοκινήτων φθάνει τα 17,8 έτη, έναντι 12,7 ετών στην Ε.Ε., ενώ περίπου ένα στα δύο Ι.Χ. είναι άνω των 20 ετών.
Η μεγάλη εξάρτηση από το αυτοκίνητο δυσκολεύει την άμεση προσαρμογή στις ανατιμήσεις. Παρά την άνοδο της βενζίνης πάνω από τα δύο ευρώ το λίτρο, η κατανάλωσή της μειώθηκε μόλις κατά 1,3% στο εξάμηνο Μαρτίου-Αυγούστου.



























