Ο Γουόρεν Μπάφετ αποχωρεί από τη θέση του προέδρου της Berkshire Hathaway, κλείνοντας ακόμη ένα κεφάλαιο μιας από τις μακροβιότερες και πλέον επιδραστικές πορείες στην ιστορία των αμερικανικών επιχειρήσεων και των επενδύσεων. Ο 96χρονος επενδυτής ανακοίνωσε την Παρασκευή την απόφασή του με επιστολή προς τους μετόχους. Η αποχώρησή του από την προεδρία τίθεται σε ισχύ άμεσα, ενώ ο ίδιος θα αναλάβει τον τιμητικό τίτλο του επίτιμου προέδρου (chairman emeritus) και θα παραμείνει μέλος του διοικητικού συμβουλίου.
Τη θέση του προέδρου αναλαμβάνει ο γιος του, Χάουαρντ Μπάφετ, όπως προβλέπει το εδώ και χρόνια διαμορφωμένο σχέδιο διαδοχής της Berkshire. Η Σούζαν Ντέκερ παραμένει επικεφαλής ανεξάρτητη διευθύντρια του διοικητικού συμβουλίου.
«Ο χρόνος πάντα κερδίζει», έγραψε χαρακτηριστικά ο Μπάφετ στην επιστολή του. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι ο χρόνος υπήρξε γενναιόδωρος μαζί του, καθώς του επέτρεψε να δει την Berkshire να φτάνει σε ένα σημείο στο οποίο αισθάνεται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από ποτέ για το μέλλον της. Η αλλαγή στην προεδρία έρχεται λίγο περισσότερο από εννέα μήνες μετά την ανάληψη της θέσης του διευθύνοντος συμβούλου από τον 64χρονο Γκρεγκ Έιμπελ. Ο Μπάφετ είχε αποχωρήσει από τη θέση του CEO, διατηρώντας μέχρι σήμερα την προεδρία του ομίλου.
Η νέα δομή διοίκησης αποτυπώνει και τη φιλοσοφία που έχει περιγράψει ο ίδιος ο Μπάφετ για την επόμενη ημέρα. Ο Έιμπελ έχει την ευθύνη της επιχειρηματικής λειτουργίας της Berkshire, ενώ ο Χάουαρντ Μπάφετ καλείται να λειτουργήσει ως θεματοφύλακας της εταιρικής κουλτούρας και των αξιών που διαμόρφωσε ο πατέρας του επί δεκαετίες.
«Ο Γκρεγκ διοικεί την εταιρεία. Ο Χάουαρντ θα προστατεύει την κουλτούρα και τις αξίες της – και τα δύο αξίζουν περισσότερο από οτιδήποτε υπάρχει στον ισολογισμό μας», ανέφερε ο Μπάφετ. Παρομοίασε μάλιστα τον ρόλο του γιου του με ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο που ανήκει στους μετόχους και το οποίο ελπίζουν να μη χρειαστεί ποτέ να ενεργοποιηθεί.
Η αποχώρηση από την προεδρία σηματοδοτεί ουσιαστικά το τέλος μιας εποχής που ξεκίνησε το 1965. Ο Μπάφετ πήρε τότε τον έλεγχο μιας προβληματικής κλωστοϋφαντουργίας και μέσα στις επόμενες έξι δεκαετίες τη μετέτρεψε σε έναν χρηματοοικονομικό και βιομηχανικό κολοσσό αξίας περίπου 1 τρισ. δολαρίων.
Υπό την ηγεσία του, η Berkshire Hathaway επεκτάθηκε από τις ασφαλίσεις και τους σιδηροδρόμους μέχρι την ενέργεια, τη βιομηχανία και τις συμμετοχές σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες των ΗΠΑ. Ο όμιλος κατέγραψε λειτουργικά κέρδη 44,5 δισ. δολαρίων την περασμένη χρονιά και απασχολεί σχεδόν 400.000 εργαζομένους. Η επενδυτική επίδοση της Berkshire αποτέλεσε το βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε ο μύθος του «Μάντη της Όμαχα». Κατά τη διάρκεια της θητείας του Μπάφετ, η εταιρεία πέτυχε σύνθετη μέση ετήσια απόδοση 19,7% για τους μετόχους της, σχεδόν διπλάσια από εκείνη του S&P 500.
Παρά την παράδοση της εκτελεστικής διοίκησης στον Έιμπελ, ο Μπάφετ παρέμεινε ενεργός στην καθημερινότητα της εταιρείας. Συνέχισε να πηγαίνει στα γραφεία της Berkshire στην Όμαχα και να βρίσκεται σε τακτική επικοινωνία με τον νέο CEO, ενώ τον Μάιο έδωσε το «παρών» στην ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων, την πρώτη που δεν είχε τον ίδιο στον κεντρικό ρόλο. Παρέμεινε επίσης ενεργός στις μεγάλες επενδυτικές αποφάσεις. Τον Ιούλιο αποκάλυψε ότι βρισκόταν πίσω από τη σημαντική τοποθέτηση της Berkshire στην Alphabet, μητρική της Google. Μετά από ιδιωτική αγορά μετοχών ύψους 10 δισ. δολαρίων τον Ιούνιο, η Alphabet εξελίχθηκε στην τρίτη μεγαλύτερη μετοχική συμμετοχή του ομίλου, πίσω από την Apple και την American Express.
Η ηλικία, πάντως, είχε αρχίσει να περιορίζει σταδιακά τις δραστηριότητές του. Ο ίδιος είχε αναγνωρίσει ότι κινείται πλέον πιο αργά και ότι αντιμετωπίζει αυξανόμενες δυσκολίες στην ανάγνωση, αν και συνέχιζε να βρίσκεται στο γραφείο πέντε ημέρες την εβδομάδα. Στην τελευταία του επιστολή αντιμετώπισε και πάλι το ζήτημα με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, σημειώνοντας ότι πρόσφατα γιόρτασε τα 96α γενέθλιά του μαζί με την οικογένειά του και έναν δισέγγονό του ενός έτους, ο οποίος «κινείται λίγο πιο γρήγορα» από τον ίδιο.
Η αλλαγή στην κορυφή πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Berkshire υποαποδίδει έναντι της αμερικανικής αγοράς. Η μετοχή έχει ενισχυθεί περίπου 1% μέσα στο 2026, την ώρα που ο S&P 500 καταγράφει άνοδο άνω του 11%. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και η στροφή των επενδυτών προς εταιρείες υψηλότερης ανάπτυξης έχουν ασκήσει πιέσεις, ενώ η αγορά παρακολουθεί στενά τον τρόπο με τον οποίο ο Έιμπελ θα αξιοποιήσει τα τεράστια διαθέσιμα κεφάλαια της Berkshire.
Το ταμειακό απόθεμα του ομίλου ανέρχεται στα 365,5 δισ. δολάρια και η αξιοποίησή του αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη νέα διοίκηση. Ο Έιμπελ έχει ήδη αυξήσει τις επαναγορές μετοχών, οι οποίες έφτασαν τα 4,5 δισ. δολάρια στο δεύτερο τρίμηνο.
Ο Μπάφετ, από την πλευρά του, έδωσε ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης στον διάδοχό του, σημειώνοντας ότι οι προσδοκίες του για τον Έιμπελ ήταν εξαρχής εξαιρετικά υψηλές και ότι εκείνος κατάφερε να τις ξεπεράσει.
Με την αποχώρησή του από την προεδρία, η Berkshire Hathaway περνά πλέον οριστικά στη μετά Μπάφετ εποχή σε επίπεδο καθημερινής διοίκησης, χωρίς όμως να αποκόπτεται πλήρως από τον άνθρωπο που καθόρισε την ταυτότητά της για περισσότερο από έξι δεκαετίες.
«Η εταιρεία βρίσκεται σε εξαιρετικά χέρια και ανυπομονώ να παραμείνω μέτοχος μαζί σας», ανέφερε ο Μπάφετ κλείνοντας την επιστολή του.




























