Στις δοκιμασίες επαγωγικού συλλογισμού ο χρόνος δεν αποτελεί απλώς έναν πρακτικό περιορισμό της εξέτασης. Ο υποψήφιος δεν καλείται μόνο να αναγνωρίσει τον κανόνα που συνδέει σχήματα, σύμβολα ή εικόνες, αλλά να τον εντοπίσει γρήγορα, να τον επαληθεύσει και να επιλέξει τη σωστή απάντηση χωρίς να εγκλωβιστεί σε περιττές υποθέσεις.
Τα τεστ επαγωγικού συλλογισμού αξιολογούν ικανότητες σημαντικές για την επίλυση προβλημάτων και μπορούν να εμφανίζονται ως αφηρημένοι ή διαγραμματικοί συλλογισμοί. Παράλληλα, τα τεστ αυτά διαθέτουν διαφορετικές μορφές δοκιμασιών, μεταξύ των οποίων κλασικές ερωτήσεις πολλαπλών επιλογών και διαδραστικές ασκήσεις. Επομένως, ο υποψήφιος δεν πρέπει να προετοιμάζεται μόνο για έναν συγκεκριμένο τύπο ερώτησης, αλλά να μάθει να προσαρμόζει τον χρόνο του στη μορφή της εκάστοτε δοκιμασίας.
Ο πρώτος υπολογισμός πριν από την εξέταση
Μόλις γίνουν γνωστά ο συνολικός χρόνος και ο αριθμός των ερωτήσεων, ο υποψήφιος πρέπει να υπολογίσει τον μέσο διαθέσιμο χρόνο ανά ερώτηση ως εξής:;
Μέσος χρόνος ανά ερώτηση = Συνολικός χρόνος / Αριθμός Ερωτήσεων
Ο μέσος χρόνος δεν αποτελεί υποχρεωτικό όριο για κάθε άσκηση. Ορισμένα ερωτήματα μπορεί να λύνονται σχεδόν αμέσως, ενώ άλλα απαιτούν περισσότερη επεξεργασία. Λειτουργεί, όμως, ως προειδοποιητικό σημείο: όταν μια ερώτηση απορροφά χρόνο ίσο με δύο ή τρεις μέσους χρόνους, είναι πιθανό να στερεί από τον υποψήφιο τη δυνατότητα να απαντήσει σε ευκολότερα θέματα.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν εφαρμόζεται η μέθοδος CAT (Computerized Adaptive Testing). Σε ένα προσαρμοστικό τεστ ο υπολογιστής επιλέγει την επόμενη ερώτηση με βάση την επίδοση του υποψηφίου στις προηγούμενες, προσαρμόζοντας σταδιακά το επίπεδο δυσκολίας στις ικανότητές του. Επομένως, οι ερωτήσεις δεν έχουν όλες την ίδια δυσκολία ούτε απαιτούν κατ’ ανάγκη τον ίδιο χρόνο επίλυσης. Επιπλέον, ανάλογα με τον σχεδιασμό του CAT, μπορεί να είναι προκαθορισμένος ο συνολικός χρόνος ή ο αριθμός των ερωτήσεων, ενώ σε άλλα συστήματα η εξέταση μπορεί να ολοκληρώνεται όταν επιτευχθεί επαρκής ακρίβεια στη μέτρηση της ικανότητας. Γι’ αυτό ο υποψήφιος πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων τους ειδικούς χρονικούς και τεχνικούς κανόνες της συγκεκριμένης δοκιμασίας και να μην εφαρμόζει μηχανικά τον ίδιο μέσο χρόνο σε κάθε ερώτηση.
Τα πρώτα δευτερόλεπτα είναι καθοριστικά
Το συχνότερο λάθος είναι η άμεση αναζήτηση της τελικής απάντησης χωρίς προηγουμένως να έχει προσδιοριστεί τι ακριβώς μεταβάλλεται. Στα πρώτα δευτερόλεπτα ο υποψήφιος χρειάζεται να πραγματοποιεί μια γρήγορη «απογραφή» των στοιχείων, ενδεικτικά:
- Μεταβάλλεται ο αριθμός των σχημάτων;
- Υπάρχει περιστροφή ή μετακίνηση;
- Αλλάζει το γέμισμα ή το χρώμα;
- Εναλλάσσονται δύο ανεξάρτητοι κανόνες;
- Προστίθενται ή αφαιρείται κάποιο στοιχείο;
- Επαναλαμβάνεται ένας κανόνας ανά γραμμή, στήλη ή θέση;
Η στοχευμένη αυτή παρατήρηση είναι ταχύτερη από το να κοιτάζει κάποιος ολόκληρο το σχήμα περιμένοντας να «δει» ξαφνικά τη λύση. Ο επαγωγικός συλλογισμός είναι αποτελεσματικότερος όταν η εικόνα αναλύεται σε επιμέρους χαρακτηριστικά.
Ένας κανόνας δεν αρκεί, χρειάζεται επιβεβαίωση
Υπό την πίεση του χρόνου, πολλοί υποψήφιοι επιλέγουν την πρώτη απάντηση που φαίνεται να ταιριάζει. Αυτό είναι επικίνδυνο, επειδή στα δυσκολότερα θέματα μπορεί να λειτουργούν ταυτόχρονα δύο ή περισσότεροι κανόνες. Η πρώτη υπόθεση πρέπει να ελέγχεται σε όλα τα διαθέσιμα βήματα της ακολουθίας. Αν εξηγεί μόνο τη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο σχήμα, αλλά όχι τις επόμενες μεταβολές, πιθανότητα είναι ελλιπής ή λανθασμένη. Η σωστή επιβεβαίωση χρειάζεται λίγα δευτερόλεπτα, η βιαστική επιλογή μπορεί να κοστίσει ολόκληρη την ερώτηση.
Επιτρέπεται η «προσπέραση» μιας δύσκολης ερώτησης;
Στη μέθοδο CAT (Computerized Adaptive Testing), η «εγκατάλειψη» μιας δύσκολης ερώτησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο υποψήφιος μπορεί να την προσπεράσει και να επιστρέψει αργότερα. Καθώς η επόμενη ερώτηση επιλέγεται με βάση την απάντηση που έχει προηγηθεί, στα περισσότερα προσαρμοστικά τεστ η επιστροφή σε προηγούμενο ερώτημα είτε δεν επιτρέπεται είτε δεν εντάσσεται στη λογική λειτουργίας του συστήματος.;
Ο υποψήφιος πρέπει, επομένως, να θέτει ένα εύλογο χρονικό όριο στην προσπάθειά του. Αν δεν έχει εντοπίσει με βεβαιότητα τον κανόνα, χρειάζεται να αποκλείσει τις εμφανώς λανθασμένες επιλογές, να επιλέξει την απάντηση που υποστηρίζεται περισσότερο από τα διαθέσιμα στοιχεία και να προχωρήσει. Η υπερβολική επιμονή σε μία άσκηση μπορεί να εξαντλήσει πολύτιμο χρόνο, χωρίς να εξασφαλίζει τελικά τη σωστή απάντηση.
Παράλληλα, μία δυσκολότερη ερώτηση σε ένα CAT δεν πρέπει να προκαλεί πανικό. Ενδέχεται να αποτελεί φυσιολογική συνέπεια της προσαρμογής του τεστ στην έως τότε επίδοση του υποψηφίου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφιερωθεί σε αυτήν απεριόριστος χρόνος.
Η δυνατότητα παράλειψης, η επιστροφή σε προηγούμενες ερωτήσεις, η αντιμετώπιση μιας αναπάντητης ερώτησης και η ενδεχόμενη αρνητική βαθμολόγηση εξαρτώνται από τον σχεδιασμό της συγκεκριμένης εξέτασης. Ο υποψήφιος οφείλει, συνεπώς, να μελετήσει προσεκτικά τις επίσημες οδηγίες πριν αρχίσει η διαδικασία.
Τα τρία διαδοχικά στάδια εξέτασης κάθε ερωτήματος
Πρώτο στάδιο, η γρήγορη παρατήρηση. Ο υποψήφιος εντοπίζει ποια χαρακτηριστικά μεταβάλλονται, όπως ο αριθμός, η θέση, η περιστροφή, το γέμισμα ή η κατεύθυνση των σχημάτων.
Δεύτερο στάδιο, ο έλεγχος του κανόνα. Διατυπώνει την πιθανότερη υπόθεση και εξετάζει αν αυτή επιβεβαιώνεται σε όλα τα διαθέσιμα βήματα της ακολουθίας ή σε όλες τις γραμμές και στις στήλες του πίνακα.
Τρίτο στάδιο, η απόφαση. Αν ο κανόνας έχει επιβεβαιωθεί, επιλέγει την απάντηση. Αν παραμένει αβέβαιος και έχει ήδη εξαντλήσει τον εύλογο χρόνο, αποκλείει τις εμφανώς λανθασμένες επιλογές και προχωρά στην καλύτερα τεκμηριωμένη επιλογή.
Στο CAT η αποτελεσματικότερη διαχείριση του χρόνου δεν βασίζεται στην επιστροφή στα δύσκολα θέματα, αλλά στη σωστή απόφαση μέσα σε κάθε ερώτηση. Ο υποψήφιος χρειάζεται να αποφεύγει τόσο τη βιαστική απάντηση όσο και την υπερβολική επιμονή, γνωρίζοντας ότι η απάντησή του συμβάλλει στον καθορισμό της δυσκολίας της επόμενης άσκησης.
Τα συχνότερα λάθη απέναντι στο χρονόμετρο
Πρώτο λάθος είναι η εμμονή σε μία άσκηση επειδή «αφού αφιερώθηκε ήδη χρόνος, πρέπει να βρεθεί η λύση». Ο χρόνος που έχει περάσει δεν επιστρέφεται και δεν δικαιολογεί την απώλεια ακόμη περισσότερου.
Δεύτερο λάθος είναι η συνεχής παρακολούθηση του ρολογιού. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται σε συγκεκριμένα σημεία και όχι ύστερα από κάθε κίνηση, γιατί διαφορετικά διασπάται η συγκέντρωση.
Τρίτο λάθος είναι η αναζήτηση υπερβολικά περίπλοκου κανόνα. Συνήθως πρέπει πρώτα να ελέγχονται οι απλούστερες μεταβολές και κατόπιν οι συνδυασμοί τους.
Τέταρτο λάθος είναι η προπόνηση μόνο χωρίς χρονόμετρο. Ο υποψήφιος μπορεί να έχει κατανοήσει άριστα τη θεωρία, αλλά να μην έχει μάθει να παίρνει αποφάσεις υπό χρονική πίεση.
Τι αξιολογεί ο χρόνος στους επαγωγικούς;
Ο περιορισμένος χρόνος δεν μετρά απλώς πόσο γρήγορα παρατηρεί κάποιος τα σχήματα. Αναδεικνύει κατά πόσο μπορεί να διαχωρίζει τα ουσιώδη από τα επουσιώδη, να διατυπώνει και να ελέγχει μια υπόθεση, να απορρίπτει έναν λανθασμένο κανόνα και να λαμβάνει τεκμηριωμένη απόφαση χωρίς άσκοπες καθυστερήσεις.
Στη μέθοδο CAT η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η δυσκολία των ερωτήσεων προσαρμόζεται στις προηγούμενες απαντήσεις του υποψηφίου. Μια ιδιαίτερα απαιτητική άσκηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η εξέταση εξελίσσεται αρνητικά, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι το σύστημα έχει προσαρμοστεί σε υψηλότερο επίπεδο ικανότητας. Ο υποψήφιος, όμως, εξακολουθεί να πρέπει να διαχειρίζεται με σύνεση τον διαθέσιμο χρόνο του.
Στους επαγωγικούς συλλογισμούς, δεν υπερέχει εκείνος που αφιερώνει τον περισσότερο χρόνο σε κάθε άσκηση. Υπερέχει εκείνος που γνωρίζει πού αξίζει να επιμείνει, πότε πρέπει να λάβει την καλύτερα τεκμηριωμένη απόφαση και πώς να διατηρήσει την ακρίβεια από τη συγκέντρωσή του μέχρι την ολοκλήρωση της δοκιμασίας.
Το χρονόμετρο, επομένως, δεν είναι ο αντίπαλος του υποψηφίου. Είναι μία ακόμη παράμετρος του προβλήματος και όπως κάθε κανόνας στους επαγωγικούς συλλογισμούς, μπορεί να αντιμετωπιστεί με παρατήρηση, στρατηγική και συστηματική εξάσκηση.
Τελικά πόσος χρόνος χρειάζεται;
Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός δευτερολέπτων που να είναι κατάλληλος για κάθε επαγωγικό συλλογισμό. Ο διαθέσιμος χρόνος εξαρτάται από τη διάρκεια της εξέτασης, τον αριθμό των ερωτήσεων, τον βαθμό δυσκολίας και τον τρόπο λειτουργίας της πλατφόρμας.
Σε ένα συμβατικό τεστ, ο υποψήφιος μπορεί να υπολογίσει τον μέσο χρόνο ανά ερώτηση διαιρώντας τη συνολική διάρκεια με τον αριθμό των ερωτήσεων. Για παράδειγμα, αν πρέπει να απαντήσει σε 20 ερωτήσεις μέσα σε 25 λεπτά, διαθέτει κατά μέσο όρο 75 δευτερόλεπτα για καθεμία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφιερώνει ακριβώς 75 δευτερόλεπτα σε όλες. Οι ευκολότερες πρέπει να ολοκληρώνονται γρηγορότερα, ώστε να εξοικονομείται χρόνος για τις δυσκολότερες.
Στη μέθοδο CAT, όμως, ο μέσος χρόνος έχει περισσότερο ενδεικτικό χαρακτήρα, καθώς η δυσκολία των ερωτήσεων προσαρμόζεται στην επίδοση του υποψηφίου και ο συνολικός αριθμός τους ενδέχεται, ανάλογα με τον σχεδιασμό της εξέτασης, να μην είναι ίδιος για όλους. Ορισμένες ερωτήσεις είναι φυσιολογικό να απαιτούν περισσότερο χρόνο από άλλες.
Ως πρακτικός κανόνας εξάσκησης, ο υποψήφιος δεν πρέπει να επιτρέπει σε μία μόνο ερώτηση να καταναλώνει ανεξέλεγκτα τον διαθέσιμο χρόνο. Αν, αφού παρατηρήσει τα βασικά χαρακτηριστικά και ελέγξει την πιθανότερη υπόθεση, εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει τον κανόνα, χρειάζεται να αποκλείσει τις εμφανώς λανθασμένες επιλογές, να λάβει την καλύτερα τεκμηριωμένη απόφαση και να προχωρήσει.
Η σωστή απάντηση, επομένως, δεν είναι «ένα λεπτό για κάθε ερώτηση», αλλά «όσος χρόνος χρειάζεται για μία αξιόπιστη απόφαση, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ολοκλήρωση της εξέτασης». Το προσωπικό αυτό χρονικό όριο δεν ανακαλύπτεται την ημέρα του διαγωνισμού, διαμορφώνεται μέσα από επαναλαμβανόμενα δοκιμαστικά τεστ στις πραγματικές συνθήκες χρόνου.































