Ανθεκτικές επιδόσεις κατέγραψαν οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με τη Moody’s, με τη συνολική καθαρή κερδοφορία τους να διαμορφώνεται σε περίπου 2,5 δισ. ευρώ. Ο οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι τα αποτελέσματα υποστηρίχθηκαν από τα καθαρά έσοδα από τόκους, την πιστωτική επέκταση, την αύξηση των εσόδων από προμήθειες και το χαμηλότερο κόστος πιστωτικού κινδύνου.
Τα συνδυασμένα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) αυξήθηκαν κατά περίπου 4,6% σε ετήσια βάση, στα 4,3 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τη Moody’s, η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την πιστωτική επέκταση, τα υψηλότερα έσοδα από τα χαρτοφυλάκια ομολόγων και την άνοδο των επιτοκίων πολιτικής κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.
Παράλληλα, τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες αυξήθηκαν κατά περίπου 25%, στα 1,45 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας πλέον περίπου το 23% των συνολικών εσόδων, έναντι 20% έναν χρόνο νωρίτερα. Οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια μειώθηκαν κατά περίπου 24%, με το μέσο κόστος κινδύνου να υποχωρεί στις 44 μονάδες βάσης. Η μέση απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) διαμορφώθηκε κοντά στο 15%.
Στο μέτωπο της ποιότητας του ενεργητικού, ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) παρέμεινε σχετικά σταθερός, στο 2,7% στα τέλη Ιουνίου, από 2,6% τον Δεκέμβριο. Η κάλυψη των NPE από προβλέψεις περιορίστηκε στο 80%, από 85%, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Σε ό,τι αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, ο μέσος δείκτης CET1 υποχώρησε στο 15%, από 15,5% στα τέλη του 2025, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου διαμορφώθηκε στο 19,8%, από 20%. Η Moody’s αποδίδει τη μεταβολή στην επιχειρηματική ανάπτυξη, στις εξαγορές και στις υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους.
Τέλος, οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 9% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο, ενώ ο μέσος Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) παρέμεινε υψηλός, στο 201%. Και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εξακολουθούν επίσης να καλύπτουν τις ελάχιστες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL).





























