Μία ιδιαίτερα σημαντική απόφαση για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά, αλλά και για τους φορολογικούς αντιπροσώπους, εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκρινίζοντας μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάνει η ευθύνη ενός φορολογικού αντιπροσώπου για οφειλές ΦΠΑ του πελάτη του.
Η υπόθεση ξεκίνησε από την Ελλάδα, έπειτα από προδικαστικό ερώτημα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αφορμή διαφορά μεταξύ της ΑΑΔΕ και εκτελωνίστριας που είχε οριστεί φορολογική αντιπρόσωπος ιταλικής εταιρείας. Η φορολογική διοίκηση είχε θεωρήσει ότι η αντιπρόσωπος ευθυνόταν αλληλεγγύως για οφειλές ΦΠΑ της εταιρείας που ξεπερνούσαν τα 3,3 εκατ. ευρώ και είχε προχωρήσει ακόμη και στη λήψη συντηρητικών μέτρων σε βάρος της.
Το Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει σε ένα κράτος-μέλος να ορίζει τον φορολογικό αντιπρόσωπο ως υπόχρεο για την καταβολή του ΦΠΑ, εφόσον αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία και ο ίδιος έχει οριστεί για τον σκοπό αυτό από την επιχείρηση που εκπροσωπεί. Το γεγονός ότι ο αντιπρόσωπος δεν συμμετέχει στις εμπορικές συναλλαγές ή δεν λαμβάνει επιχειρηματικές αποφάσεις δεν αποκλείει από μόνο του αυτή τη δυνατότητα.
Ωστόσο, το Δικαστήριο έθεσε ένα πολύ σημαντικό όριο όσον αφορά στην αλληλέγγυα ευθύνη. Έκρινε ότι δεν είναι συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο να θεωρείται αυτομάτως υπεύθυνος ένας φορολογικός αντιπρόσωπος μόνο και μόνο επειδή υπέβαλλε δηλώσεις ΦΠΑ ή εκπλήρωνε τυπικές φορολογικές υποχρεώσεις για λογαριασμό της επιχείρησης. Σύμφωνα με την απόφαση, πριν καταλογιστεί ευθύνη στον αντιπρόσωπο, οι φορολογικές αρχές και τα δικαστήρια πρέπει να μπορούν να εξετάσουν αν είχε πραγματική εμπλοκή στη δραστηριότητα της εταιρείας, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο ΦΠΑ δεν θα καταβαλλόταν και αν ενήργησε καλόπιστα, λαμβάνοντας όλα τα εύλογα μέτρα που μπορούσε να λάβει. Διαφορετικά, η επιβολή αλληλέγγυας ευθύνης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για εκτελωνιστές, λογιστές, φοροτεχνικούς και κάθε επαγγελματία που αναλαμβάνει καθήκοντα φορολογικού αντιπροσώπου για επιχειρήσεις του εξωτερικού. Μέχρι σήμερα υπήρχε ο κίνδυνος να βρεθούν αντιμέτωποι με ιδιαίτερα υψηλές φορολογικές απαιτήσεις, ακόμη και όταν είχαν περιορισμένο ή καθαρά τυπικό ρόλο στη λειτουργία της επιχείρησης.
Παράλληλα, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να θεωρείται ταυτόχρονα υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ και συγχρόνως αλληλεγγύως υπεύθυνο για την ίδια οφειλή, καθώς οι δύο ιδιότητες είναι διαφορετικές και δεν μπορούν να συνυπάρχουν.
Η απόφαση αναμένεται να επηρεάσει την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ και να αποτελέσει σημαντικό σημείο αναφοράς για μελλοντικές φορολογικές διαφορές, ενισχύοντας την προστασία των φορολογικών αντιπροσώπων απέναντι σε αυτόματους καταλογισμούς ευθύνης, χωρίς προηγούμενη εξέταση του πραγματικού τους ρόλου και της συμπεριφοράς τους.






























