Ιστορικό υψηλό κατέγραψαν οι ξένες άμεσες επενδύσεις (ΞΑΕ) στην Ελλάδα το 2025, καθώς ανήλθαν στα 12,86 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 69,4% σε σχέση με το 2024 και ξεπερνώντας για πρώτη φορά το όριο των 10 δισ. δολαρίων. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση World Investment Report 2026 της UNCTAD, οι εισροές αντιστοιχούν στο 26,2% του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, ενώ το συνολικό απόθεμα ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε στα 100,32 δισ. δολάρια, από 71,94 δισ. δολάρια ένα χρόνο νωρίτερα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη σημαντική βελτίωση της ελκυστικότητας της ελληνικής οικονομίας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχώρησαν κατά περίπου 29%.
Παράλληλα, η Ελλάδα προσέλκυσε περισσότερα ξένα κεφάλαια από γειτονικές οικονομίες όπως η Τουρκία (12,47 δισ. δολάρια), η Ρουμανία (9,2 δισ.), η Βουλγαρία (3,58 δισ.) και η Σερβία (3,92 δισ.), γεγονός που ενισχύει τη θέση της στον περιφερειακό επενδυτικό χάρτη.
Θετική εξέλιξη αποτελεί και η διαφοροποίηση του επενδυτικού μείγματος. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, όπου κυριαρχούσαν οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων, το 2025 πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβε ο ενεργειακός τομέας, με κορυφαία συναλλαγή την ολοκλήρωση της εξαγοράς της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακής από τη Masdar. Σημαντικές επενδύσεις πραγματοποιήθηκαν επίσης στους κλάδους της υγείας, των τυχερών παιχνιδιών, των τροφίμων, της εκπαίδευσης και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η μετατόπιση αυτή θεωρείται θετική για τη βιωσιμότητα της οικονομίας, καθώς περιορίζει την εξάρτηση από τον κατασκευαστικό και κτηματομεσιτικό τομέα και ενισχύει κλάδους με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.
Ωστόσο, η σύνθεση των επενδύσεων εξακολουθεί να δημιουργεί προβληματισμό. Το μεγαλύτερο μέρος των εισροών αφορά εξαγορές και συγχωνεύσεις υφιστάμενων επιχειρήσεων και όχι νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις.
Σύμφωνα με την UNCTAD, το 2025 πραγματοποιήθηκαν μόλις 41 ανακοινωθείσες επενδύσεις τύπου greenfield, συνολικής αξίας 1,81 δισ. δολαρίων. Αντίθετα, στη Ρουμανία ανακοινώθηκαν 144 έργα αξίας 6,31 δισ. δολαρίων και στην Τουρκία 238 έργα συνολικής αξίας 7,08 δισ. δολαρίων. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί στην προσέλκυση επενδύσεων που δημιουργούν νέες παραγωγικές μονάδες, νέες θέσεις εργασίας και πρόσθετη παραγωγική δυναμικότητα.
Παράλληλα, οι διασυνοριακές εξαγορές και συγχωνεύσεις αυξήθηκαν από 10 το 2024 σε 18 το 2025, με συνολική αξία 1,15 δισ. δολαρίων, επιβεβαιώνοντας ότι η άνοδος των ξένων επενδύσεων στηρίχθηκε κυρίως σε μεταβιβάσεις υφιστάμενων επιχειρήσεων. Αν και οι συναλλαγές αυτές μπορούν να ενισχύσουν την κεφαλαιακή επάρκεια, τη διοικητική τεχνογνωσία και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, έχουν συνήθως μικρότερη επίδραση στη δημιουργία νέου παραγωγικού κεφαλαίου σε σχέση με τις επενδύσεις από το μηδέν.
Σε διεθνές επίπεδο, η εικόνα επιβεβαιώνει τη στροφή των επενδυτών προς στρατηγικούς κλάδους. Η UNCTAD αναφέρει ότι το 44% της αξίας των νέων επενδύσεων τύπου greenfield κατευθύνθηκε το 2025 σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, ημιαγωγούς, κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες ενεργειακής μετάβασης, έναντι μόλις 20% το 2020. Την ίδια στιγμή, η έκθεση προειδοποιεί ότι η παγκόσμια ανάκαμψη των ξένων επενδύσεων παραμένει εύθραυστη, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, η αβεβαιότητα στην εμπορική πολιτική και το υψηλό κόστος χρηματοδότησης εξακολουθούν να επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις.































