Η Ελλάδα βρέθηκε μεταξύ των μεγαλύτερων ωφελημένων του ευρωπαϊκού προγράμματος για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, απορροφώντας σημαντικούς πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), λόγω κακού σχεδιασμού οι παρεμβάσεις οδήγησαν σε περιορισμένα αποτελέσματα και αμφίβολη σχέση κόστους-οφέλους.
Η Ελλάδα αντιπροσωπεύει το 4% των συνολικών πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης που κατευθύνθηκαν στην ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών. Η Ιταλία απορρόφησε το μεγαλύτερο μερίδιο στην Ευρώπη, συγκεντρώνοντας το 43% των συνολικών κονδυλίων για ανακαινίσεις κατοικιών, αφήνοντας σημαντικά πίσω την Ισπανία (15%), τη Γαλλία (10%) και τη Γερμανία (7%).
Παρά τα διαφορετικά μεγέθη των προγραμμάτων τους, Ελλάδα και Ιταλία αντιμετώπισαν ένα κοινό πρόβλημα: οι περισσότερες παρεμβάσεις δεν στόχευσαν σε βαθιές ενεργειακές ανακαινίσεις, που θα μπορούσαν να επιφέρουν εξοικονόμηση άνω του 60% στην κατανάλωση ενέργειας. Αντίθετα, οι πόροι κατευθύνθηκαν κυρίως σε ανακαινίσεις μέσης έντασης, οι οποίες αντιπροσώπευσαν το 83% του εκτιμώμενου κόστους των μέτρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των επενδύσεων χρηματοδότησε βελτιώσεις που ενδέχεται να μην επαρκούν για την επίτευξη των μακροπρόθεσμων ενεργειακών στόχων. Το Ελεγκτικό Συνέδριο προειδοποιεί ότι τέτοιες επιλογές μπορεί να δημιουργήσουν «φαινόμενα εγκλωβισμού», καθώς οι σημερινές παρεμβάσεις καθιστούν δυσκολότερες ή ακριβότερες τις βαθύτερες ενεργειακές αναβαθμίσεις στο μέλλον.
Η ιταλική περίπτωση είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Το πρόγραμμα «Superbonus» κάλυπτε έως και το 110% του κόστους των παρεμβάσεων, με αποτέλεσμα οι δικαιούχοι να μην έχουν κανένα οικονομικό κίνητρο να περιορίσουν το ύψος των δαπανών. Το ΕΕΣ εκτιμά ότι το συγκεκριμένο μοντέλο δεν συνάδει με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και δεν αποτελεί οικονομικά αποδοτική χρήση των ευρωπαϊκών πόρων.
Την ίδια στιγμή, οι αδυναμίες δεν περιορίζονται μόνο στον σχεδιασμό των κινήτρων. Η έκθεση διαπιστώνει ότι οι περισσότερες χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, επικεντρώθηκαν στην υλοποίηση έργων που μπορούσαν να ολοκληρωθούν γρήγορα, εγκαταλείποντας πιο σύνθετες παρεμβάσεις, όπως η ολοκληρωμένη θερμομόνωση και οι βαθιές ανακαινίσεις. Από τις 18 επενδύσεις που εξετάστηκαν στο πλαίσιο του ελέγχου, οι 12 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι στόχοι αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η πραγματική εξοικονόμηση ενέργειας δεν μπορεί να αποτυπωθεί με αξιοπιστία. Οι υπολογισμοί βασίζονται κυρίως σε θεωρητικές εκτιμήσεις μέσω των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης, οι οποίες συχνά αποκλίνουν σημαντικά από την πραγματική κατανάλωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αποκλίσεις φθάνουν το 400% στο Βέλγιο και το 80% στην Ιταλία, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την αξιοπιστία των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα των επενδύσεων.
Το συνολικό συμπέρασμα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ιδιαίτερα αυστηρό: η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθεσε 43 δισ. ευρώ για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, όμως η απουσία σαφούς στόχευσης, η προτεραιότητα σε εύκολες και γρήγορες παρεμβάσεις, η ανεπαρκής παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και η αδυναμία αξιολόγησης της σχέσης κόστους-οφέλους περιόρισαν σημαντικά την αποτελεσματικότητα των επενδύσεων.
Με άλλα λόγια, δισεκατομμύρια ευρώ κινητοποιήθηκαν για την πράσινη μετάβαση των ευρωπαϊκών κατοικιών, αλλά ένα σημαντικό μέρος των πόρων κινδυνεύει να μην αποδώσει τα αναμενόμενα ενεργειακά οφέλη, εξαιτίας ενός σχεδιασμού που έδωσε προτεραιότητα στην ταχύτητα απορρόφησης και όχι στη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.




























