Η ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή περί 1.898 υποτιμήσεων σε προϊόντα του βασικού τιμοκαταλόγου την περίοδο 01.04.2026 έως 24.06.2026, δημιούργησε την αίσθηση ότι οι τιμές στην αγορά βρίσκονται σε πορεία αποκλιμάκωσης. Η Αρχή επικαλείται μειώσεις στο νωπό κρέας, στον καφέ, στα τυριά, στο ελαιόλαδο και στα ζυμαρικά, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για προϊόντα που επηρεάζουν άμεσα το καλάθι του νοικοκυριού.
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Μάιο του 2026, όμως, αποτυπώνουν μια πιο σύνθετη εικόνα και γεννούν το ερώτημα: οι μειώσεις που καταγράφονται στους τιμοκαταλόγους έχουν περάσει πράγματι στην τσέπη του καταναλωτή;
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι μεγαλύτερες μηνιαίες μειώσεις τον Μάιο καταγράφηκαν στα δημητριακά πρωινού (-6,9%), στα λαχανικά (-4,7%), στα φρούτα (-2,3%), στα νωπά ή κατεψυγμένα ψάρια (-2,7%) και στο αρνί και κατσίκι (-1,9%). Οι μειώσεις αυτές είχαν περιορισμένη αλλά θετική επίδραση στον γενικό δείκτη τιμών, με τα λαχανικά να έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή, μειώνοντας τον πληθωρισμό κατά 0,14 ποσοστιαίες μονάδες.
Ωστόσο, στις κατηγορίες προϊόντων που επικαλείται η Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, η εικόνα δεν είναι πάντοτε αντίστοιχη με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Η μεγαλύτερη απόκλιση αφορά το νωπό κρέας. Η Αρχή αναφέρει 1.116 υποτιμήσεις στο μοσχάρι και το χοιρινό. Παρ' όλα αυτά, στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δεν καταγράφεται μηνιαία μείωση ούτε στο μοσχάρι ούτε στο χοιρινό. Το μόνο είδος κρέατος που εμφανίζει πτώση τον Μάιο είναι το αρνί και κατσίκι, με μείωση 1,9% και πολύ μικρή επίδραση στον γενικό δείκτη (-0,01). Παρόμοια εικόνα καταγράφεται στα τυριά. Παρά τις 63 υποτιμήσεις που αναφέρει η Αρχή, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει αύξηση 1% στις τιμές των τυριών μέσα σε έναν μήνα, γεγονός που προσέθεσε ανοδική πίεση στον πληθωρισμό.
Ανάλογο είναι το ερώτημα και για τον συσκευασμένο καφέ. Η Αρχή αναφέρει 120 υποτιμήσεις, όμως ο καφές δεν περιλαμβάνεται στις κατηγορίες προϊόντων με αξιοσημείωτη μηνιαία πτώση στις μετρήσεις της ΕΛΣΤΑΤ. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες μειώσεις εντοπίζονται σε φρούτα, λαχανικά και ψάρια, προϊόντα στα οποία η ανακοίνωση της Αρχής δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση.
Την ίδια στιγμή, άλλες αυξήσεις εξουδετέρωσαν μεγάλο μέρος των μειώσεων στα τρόφιμα. Οι τιμές στα εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, ταχυφαγεία και κυλικεία αυξήθηκαν κατά 2,4%, ασκώντας τη μεγαλύτερη ανοδική επίδραση στον γενικό δείκτη, κατά 0,28 ποσοστιαίες μονάδες. Τα ξενοδοχεία κατέγραψαν αύξηση 11%, η βενζίνη αυξήθηκε κατά 2,3%, ενώ ανοδικά κινήθηκαν και τα ενοίκια κατοικιών (+0,6%) και ο ηλεκτρισμός (+0,7%). Από την άλλη πλευρά, σημαντικές μειώσεις καταγράφηκαν στο φυσικό αέριο (-9,2%), στο πετρέλαιο κίνησης (-8,5%), στα άλλα καύσιμα (-10,8%) και στις αεροπορικές μεταφορές (-12%), συμβάλλοντας στη συγκράτηση του γενικού δείκτη.
Ποιος λοιπόν λέει την αλήθεια; Οι δύο πλευρές δεν μετρούν το ίδιο πράγμα. Η Αρχή καταγράφει υποτιμήσεις στους τιμοκαταλόγους προμηθευτών και χονδρεμπόρων προς τα σούπερ μάρκετ. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει τις τελικές τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.
Όμως οι αριθμοί της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύουν μια πραγματική αντίφαση: αν έχουν σημειωθεί σχεδόν 1.900 υποτιμήσεις σε βασικά προϊόντα, γιατί οι μεγαλύτερες μειώσεις στο καλάθι του νοικοκυριού εντοπίζονται σε προϊόντα όπως τα λαχανικά, τα φρούτα και τα ψάρια, ενώ σε κατηγορίες που προβάλλονται ως παραδείγματα υποτιμήσεων, όπως το κρέας και τα τυριά, οι τιμές στο ράφι εξακολουθούν να αυξάνονται σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ; Αυτό είναι το ερώτημα που αφήνουν ανοικτό τα επίσημα στοιχεία και στο οποίο οι καταναλωτές γνωρίζουν ήδη την απάντηση.































