Πρωταθλήτρια στις καθυστερήσεις απονομής δικαιοσύνης παραμένει η Ελλάδα, σύμφωνα με νέα μελέτη πολιτικής του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η οποία καταγράφει σημαντική απόσταση της χώρας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του 2024, ο συνολικός χρόνος επίλυσης αστικών, εμπορικών και διοικητικών υποθέσεων σε πρώτο βαθμό ανέρχεται στις 638 ημέρες, όταν η διάμεσος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται μόλις στις 100 ημέρες.
Η νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ, με τίτλο «Η ακτινογραφία της Ελληνικής Δικαιοσύνης σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕ», την οποία υπογράφουν ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, και ο Επικεφαλής Ερευνών, Κωνσταντίνος Σαραβάκος, αποτυπώνει τις διαχρονικές αδυναμίες του ελληνικού δικαστικού συστήματος, αλλά και τα πρώτα αποτελέσματα των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων.
Ιδιαίτερα προβληματική παραμένει η κατάσταση στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπου ο εκτιμώμενος χρόνος επίλυσης φτάνει τις 737 ημέρες, ενώ οι εκκρεμότητες παραμένουν πολλαπλάσιες σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στις υποθέσεις προστασίας καταναλωτή, οι οποίες απαιτούν κατά μέσο όρο 1.643 ημέρες ή περίπου 4,5 χρόνια για να ολοκληρωθούν, γεγονός που, σύμφωνα με τη μελέτη, υπονομεύει στην πράξη την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας.
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι το ποσοστό επίλυσης των εκκρεμών αστικών και εμπορικών υποθέσεων μειώθηκε κατά 11,8% μέσα σε έναν χρόνο, με αποτέλεσμα το σύστημα να αδυνατεί να διεκπεραιώσει τον όγκο των νέων υποθέσεων που εισέρχονται στα δικαστήρια. Αντίθετα, η διοικητική δικαιοσύνη εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις, καθώς το ποσοστό επίλυσης υποθέσεων παραμένει πάνω από το 100%, υποδηλώνοντας σταδιακή μείωση των εκκρεμοτήτων.
Σε επιμέρους κατηγορίες υποθέσεων, η μεγαλύτερη βελτίωση καταγράφεται στις υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όπου η μέση διάρκεια εκδίκασης μειώθηκε κατά 89% μέσα στο 2024. Στον αντίποδα, οι υποθέσεις δωροδοκίας παρουσίασαν σημαντική επιδείνωση, με τη μέση διάρκειά τους να αυξάνεται κατά περίπου 62%, από 356 ημέρες το 2023 σε 576 ημέρες το 2024. Αύξηση κατά 53% σημειώθηκε και στις διαδικασίες ενώπιον των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, από 861 σε 1.319 ημέρες.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης μια θετική διάσταση του ελληνικού δικαστικού συστήματος, καθώς η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερο ποσοστό γυναικών δικαστών στα Ανώτατα Δικαστήρια σε σύγκριση με τη διάμεσο της ΕΕ. Το σχετικό ποσοστό ανέρχεται στο 69%, έναντι 39% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, εξετάζονται οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται τα τελευταία χρόνια στον δικαστικό χάρτη, την ψηφιοποίηση και τη λειτουργία των δικαστηρίων. Σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση του Δείκτη Εφαρμογής των προτάσεων της Έκθεσης Πισσαρίδη στη Δικαιοσύνη, το 36% των προτάσεων έχει εφαρμοστεί σε κάποιο βαθμό, το 56% βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ το 8% δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.
Τα πρώτα στοιχεία από την εφαρμογή του Νέου Δικαστικού Χάρτη κρίνονται ενθαρρυντικά. Εννέα μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του, ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης αποφάσεων στα Πρωτοδικεία μειώθηκε από 705 σε 364 ημέρες, καταγράφοντας πτώση 48%. Στην Αθήνα η μείωση έφτασε το 64%, στη Θεσσαλονίκη το 40% και στον Πειραιά το 23%.
Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι τα στοιχεία αυτά αφορούν αποκλειστικά τα Πρωτοδικεία και βασίζονται σε διαφορετική μεθοδολογία από εκείνη του EU Justice Scoreboard, γεγονός που δεν επιτρέπει άμεσες συγκρίσεις με τον συνολικό δείκτη των 638 ημερών. Η πλήρης αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των μεταρρυθμίσεων αναμένεται να καταστεί δυνατή μέσα από τις επόμενες ευρωπαϊκές εκθέσεις.
Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, «η μεγάλη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης παραμένει μία από τις σοβαρότερες θεσμικές και αναπτυξιακές αδυναμίες της χώρας», υπογραμμίζοντας ότι η πλήρης εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, η συστηματική αξιολόγηση και η επιτάχυνση της ψηφιοποίησης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε η βελτίωση να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα και να γίνει αισθητή στην καθημερινότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων.

































