Η φορολογική αρχή δεν απαιτείται να διαθέτει άμεσες αποδείξεις για κάθε παράβαση, αλλά μπορεί να βασίζεται σε συγκλίνουσες ενδείξεις και τεκμήρια. Απόφαση που εξέδωσε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο των έμμεσων τεχνικών ελέγχου, όπως η ανάλυση ρευστότητας, μέσω της οποίας η φορολογική διοίκηση μπορεί να εντοπίζει αποκλίσεις μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας.
Η υπόθεση αφορούσε ατομική επιχείρηση στον κλάδο των κατασκευών, για την οποία διενεργήθηκε εκτενής φορολογικός έλεγχος για τα έτη 2021 και 2022. Από τον έλεγχο προέκυψαν σοβαρές παραβάσεις, μεταξύ των οποίων η μη έκδοση φορολογικών στοιχείων για δεκάδες συναλλαγές. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι δεν εκδόθηκαν παραστατικά για τουλάχιστον 19 περιπτώσεις το 2021 και 44 περιπτώσεις το 2022, με συνολική αποκρυβείσα αξία που ξεπερνά τις 120.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ .
Οι ελεγκτικές αρχές κατέληξαν στα συμπεράσματά τους μέσα από συνδυαστική ανάλυση λογιστικών αρχείων, τιμολογίων και τραπεζικών κινήσεων. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε σε αγορές υλικών που φαίνεται να κατευθύνονταν σε περιοχές όπου δεν προέκυπτε αντίστοιχη επαγγελματική δραστηριότητα, στοιχείο που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τα υλικά διοχετεύθηκαν χωρίς την έκδοση των προβλεπόμενων παραστατικών. Στους σχετικούς πίνακες που περιλαμβάνονται στην απόφαση καταγράφονται δεκάδες τέτοιες συναλλαγές, ενισχύοντας την εικόνα συστηματικής απόκρυψης εσόδων.
Παράλληλα, από την ανάλυση τραπεζικού λογαριασμού εντοπίστηκαν «πρωτογενείς πιστώσεις», δηλαδή ποσά που δεν μπορούσαν να συνδεθούν με δηλωμένα εισοδήματα. Μέρος αυτών κρίθηκε ότι αφορά επιχειρηματική δραστηριότητα για την οποία δεν είχαν εκδοθεί φορολογικά στοιχεία, ενώ άλλα ποσά χαρακτηρίστηκαν ως προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή, γεγονός που οδηγεί σε φορολόγηση ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Με βάση τα ευρήματα, επιβλήθηκαν σημαντικά πρόστιμα και φόροι. Για το 2021 ο καταλογισμός ανήλθε σε πάνω από 42.000 ευρώ, ενώ για το 2022 ξεπέρασε τις 40.000 ευρώ. Επιπλέον, επιβλήθηκαν πρόστιμα για μη έκδοση παραστατικών και για παραλείψεις υποβολής συμφωνητικών έργων, ανεβάζοντας περαιτέρω τη συνολική επιβάρυνση .






























