Στην τελική ευθεία φαίνεται να εισέρχεται το πρόγραμμα της «Ασπίδας του Αχιλλέα», καθώς οι τεχνικές και διαδικαστικές εκκρεμότητες που είχαν καθυστερήσει την προώθησή του φέρεται να έχουν σε μεγάλο βαθμό διευθετηθεί, ανοίγοντας τον δρόμο για την εξέτασή του από το ΚΥΣΕΑ τις επόμενες εβδομάδες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τρεις ισραηλινές εταιρείες που συμμετέχουν στο έργο, η IAI, η ELTA και η Rafael, έχουν ολοκληρώσει την υποβολή των απαιτούμενων φακέλων μετά από συνεννόηση με τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων, ενώ οι σχετικές διαδικασίες βρίσκονται στο στάδιο των εγκρίσεων.
Ένα από τα βασικά ζητήματα που παραμένουν στο προσκήνιο αφορά το ποσοστό συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Αν και πηγές που παρακολουθούν τις διαπραγματεύσεις αναφέρουν ότι έχει διαμορφωθεί συμφωνία για συμμετοχή της τάξης του 25%, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση που να πιστοποιεί ότι το ποσοστό αυτό έχει οριστικοποιηθεί. Οι ίδιες πληροφορίες κάνουν λόγο για συμμετοχή τόσο στην παραγωγή όσο και στη μεταφορά τεχνογνωσίας, με ορισμένες εκτιμήσεις να αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο το τελικό ποσοστό να κινηθεί ακόμη υψηλότερα καθώς θα εξελίσσεται το πρόγραμμα.
Το εξοπλιστικό σχέδιο, προϋπολογισμού περίπου 3 δισ. ευρώ και με ορίζοντα υλοποίησης τριών ετών, προβλέπει τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου δικτύου αεράμυνας, αντιβαλλιστικής προστασίας και αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, το οποίο θα καλύπτει το σύνολο της ελληνικής επικράτειας και θα αποτελέσει βασικό πυλώνα του Μακροπρόθεσμου Προγραμματισμού Αμυντικών Εξοπλισμών.
Παράλληλα, ισραηλινές και ελληνικές εταιρείες έχουν ήδη αναπτύξει συνεργασίες και έχουν υπογράψει μνημόνια συνεννόησης, ενώ εξετάζονται σχέδια για τη δημιουργία παραγωγικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα. Ωστόσο, το εύρος της εγχώριας συμμετοχής αναμένεται να αποσαφηνιστεί οριστικά μόνο μετά την ολοκλήρωση των συμβάσεων και την επίσημη ενεργοποίηση του προγράμματος.
Εφόσον το έργο λάβει την έγκριση του ΚΥΣΕΑ και προχωρήσουν χωρίς καθυστερήσεις οι διαδικασίες υπογραφής, οι πρώτες παραδόσεις των συστημάτων εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ξεκινήσουν εντός του 2027.

























