Απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο το φορολογικό καθεστώς που διέπει τα εισοδήματα ανήλικων τέκνων, ξεκαθαρίζοντας ότι τα έσοδα από ακίνητα δεν φορολογούνται στο όνομα του παιδιού, αλλά ενσωματώνονται υποχρεωτικά στη φορολογική δήλωση του γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα.
Η υπόθεση αφορούσε ανήλικο τέκνο με σημαντικά εισοδήματα από μισθώματα, τα οποία είχαν αρχικά δηλωθεί αυτοτελώς. Ωστόσο, ο φορολογικός έλεγχος κατέληξε –και η σχετική απόφαση το επιβεβαίωσε– ότι, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, τα συγκεκριμένα ποσά πρέπει να προστεθούν στο εισόδημα του γονέα, καθώς δεν προέρχονταν από εργασία ή σύνταξη, που αποτελούν τις μόνες εξαιρέσεις για ξεχωριστή φορολόγηση ανηλίκου.
Η εξέλιξη αυτή είχε ως άμεση συνέπεια την αύξηση του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος του γονέα και, κατ’ επέκταση, τη σημαντική επιβάρυνση σε φόρους. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, ο χαρακτηρισμός ενός παιδιού ως «εξαρτώμενου μέλους» δεν επηρεάζει τον βασικό κανόνα: τα εισοδήματα από ακίνητα ή άλλες παθητικές πηγές αποδίδονται φορολογικά στον γονέα με την επιμέλεια.
Στο πλαίσιο του ίδιου ελέγχου, καταλογίστηκαν αρχικά σημαντικά ποσά φόρου που ξεπερνούσαν συνολικά τις 55.000 ευρώ για δύο φορολογικά έτη. Οι διαπιστώσεις βασίστηκαν σε ανάλυση τραπεζικών δεδομένων, όπου εντοπίστηκαν «πρωτογενείς πιστώσεις» χωρίς επαρκή αντιστοίχιση με τα δηλωθέντα εισοδήματα. Κεντρικό ρόλο στην υπόθεση διαδραμάτισε η έννοια της «προσαύξησης περιουσίας», σύμφωνα με την οποία ποσά χωρίς εμφανή προέλευση θεωρούνται εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογούνται αναλόγως, με το βάρος απόδειξης να βαραίνει τον φορολογούμενο.
Παρά τα ευρήματα, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν υιοθέτησε πλήρως τα πορίσματα του αρχικού ελέγχου. Αντίθετα, έκανε δεκτούς ορισμένους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, οδηγώντας σε μερική αναθεώρηση και μείωση της φορολογητέας ύλης. Μεταξύ άλλων, κρίθηκε ότι μέρος των τραπεζικών πιστώσεων είχε χαρακτηριστεί εκ νέου χωρίς να δοθεί στους φορολογούμενους η δυνατότητα να εκφράσουν άποψη, γεγονός που συνιστά παραβίαση της διαδικασίας ακρόασης.
Παράλληλα, αναγνωρίστηκαν ως νόμιμες συγκεκριμένες καταθέσεις που προέρχονταν από συναλλαγές μέσω POS, καθώς τεκμηριώθηκε ότι αφορούσαν εισπράξεις από επαγγελματική δραστηριότητα, οι οποίες καταγράφονταν συγκεντρωτικά από τα τραπεζικά ιδρύματα. Επιπλέον, έγινε δεκτό ότι ορισμένα ποσά μπορούσαν να δικαιολογηθούν από εισοδήματα από ενοίκια που είχαν εισπραχθεί σε μετρητά και κατατέθηκαν μεταγενέστερα.































