Παρά τη σαφή πολιτική βούληση και τη γεωστρατηγική βαρύτητα των παρεμβάσεων, τα σχέδια για την αναβάθμιση του λιμένα Αλεξανδρούπολης και τη δημιουργία νέου σύγχρονου λιμανιού στην Ελευσίνα συνοδεύονται από σημαντικές προκλήσεις που θα κρίνουν τόσο την ταχύτητα υλοποίησης όσο και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.
Κυβερνητικές και θεσμικές πηγές αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για έργα υψηλής πολυπλοκότητας, με μεγάλο επενδυτικό αποτύπωμα και αυξημένη έκθεση σε γεωπολιτικούς και μακροοικονομικούς κινδύνους.
Στην Αλεξανδρούπολη, οι βασικές δυσκολίες εντοπίζονται στο κόστος και στον χρόνο υλοποίησης των κρίσιμων λιμενικών παρεμβάσεων, όπως η εκβάθυνση της λιμενολεκάνης και η επέκταση των υποστηρικτικών υποδομών.
Παράλληλα, η οικονομική βιωσιμότητα του λιμανιού συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση υψηλών ροών υγροποιημένου φυσικού αερίου μετά το 2028, όταν θα τεθεί σε ισχύ η ευρωπαϊκή απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου. Τυχόν αλλαγές στο ενεργειακό μείγμα της Ευρώπης, επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης ή ενίσχυση ανταγωνιστικών διαδρομών από τη Βόρεια Ευρώπη ενδέχεται να περιορίσουν τον ρόλο του λιμένα ως βασικής ενεργειακής πύλης προς την Ανατολική Ευρώπη.
Επιπλέον, η Αλεξανδρούπολη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον στρατιωτικό και στον εμπορικό της ρόλο, διασφαλίζοντας ότι η ενισχυμένη παρουσία του ΝΑΤΟ και η στρατηγική χρήση του λιμανιού δεν θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά για ιδιωτικές εμπορικές δραστηριότητες, αλλά αντίθετα θα ενισχύσουν τη συνολική του αξιοπιστία και ανταγωνιστικότητα.
Στη Δυτική Αττική, το εγχείρημα της Ελευσίνας αντιμετωπίζει διαφορετικού τύπου προκλήσεις, με κυριότερη τον έντονο ανταγωνισμό από τον Πειραιά, ο οποίος διαθέτει ήδη ανεπτυγμένο δίκτυο υποδομών, μεγάλους όγκους φορτίων και ισχυρές διεθνείς συνεργασίες. Η επιτυχία του νέου λιμενικού κόμβου προϋποθέτει την προσέλκυση επενδυτή με ισχυρή χρηματοδοτική δυνατότητα και μακροπρόθεσμη στρατηγική, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους κεφαλαίου και αβεβαιότητας στις διεθνείς μεταφορές.
Παράλληλα, η μεταφορά της εμπορικής δραστηριότητας στη Βλύχα συνεπάγεται σύνθετες αδειοδοτικές διαδικασίες, σημαντικές επενδύσεις σε οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις και στενό συντονισμό με το Θριάσιο Εμπορευματικό Κέντρο. Η βιωσιμότητα του σχεδίου θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της Ελευσίνας να αναπτύξει ένα λειτουργικό μοντέλο συνδυασμένων μεταφορών, ικανό να προσελκύσει σταθερούς όγκους φορτίων και να προσφέρει ανταγωνιστικό κόστος και αξιόπιστες υπηρεσίες.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, κοινός παρονομαστής και για τα δύο έργα είναι η ανάγκη θεσμικής συνέχειας, σταθερού ρυθμιστικού πλαισίου και ρεαλιστικών επιχειρηματικών προβλέψεων. Όπως επισημαίνεται, η επιτυχία τους δεν θα κριθεί μόνο από την ολοκλήρωση των υποδομών, αλλά κυρίως από το κατά πόσο θα ενταχθούν σε βιώσιμα επιχειρηματικά σχήματα, ικανά να αντέξουν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της διεθνούς ενεργειακής και εμπορευματικής αγοράς.

































