Η ψυχολογία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι που υψώνουν τη φωνή τους δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ένδειξη κυριαρχικότητας ή αυτοπεποίθησης, αλλά μπορεί να έχουν την ανάγκη να νιώσουν ότι τους ακούν. Η συμπεριφορά αυτή συνδέεται με μια διαρκή αναζήτηση επιβεβαίωσης.
Οι διαφωνίες είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων και δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό. Είναι φυσικό οι άνθρωποι να έχουν διαφορετικές απόψεις, εμπειρίες και αντιλήψεις για τη ζωή, με αποτέλεσμα να προκύπτουν κατά καιρούς διαφορετικές θέσεις και κόντρες.
Στον χώρο εργασίας, οι διαφωνίες είναι συχνό φαινόμενο, καθώς άνθρωποι με διαφορετικές αρμοδιότητες καλούνται να συνεργαστούν για την επίτευξη κοινών στόχων, συχνά υπό την πίεση των προθεσμιών. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι κακό το κλίμα στον χώρο εργασίας, αλλά απλά υπάρχουν διαφορετικές απόψεις.
Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει στην οικογένεια, στις φιλίες ή σε οποιονδήποτε άλλο τομέα της ζωής. Είναι απολύτως φυσιολογικό να μην συμφωνούν πάντα όλοι και να προκύπτουν διαφορετικές απόψεις.
Όταν αντιμετωπίζονται με σεβασμό, οι διαφωνίες μπορεί να βοηθήσουν στην αποφυγή παρεξηγήσεων, στην έκφραση αναγκών και στον εμπλουτισμό των ιδεών.
Σε γενικές γραμμές, σε τέτοιες καταστάσεις διακρίνονται δύο διαφορετικές συμπεριφορές. Από τη μία, υπάρχουν εκείνοι που εκφράζουν ανοιχτά τον θυμό, τη διαφωνία ή τις ανάγκες τους, κάποιες φορές ακόμη και υψώνοντας τη φωνή τους ή αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα άμεσα. Από την άλλη, είναι αυτοί που προτιμούν να παραμένουν σιωπηλοί, είτε για να αποφύγουν τη διαφωνία είτε επειδή χρειάζονται χρόνο για να επεξεργαστούν όσα νιώθουν.
Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, η τάση να υψώνει κάποιος τη φωνή του συχνά ερμηνεύεται ως ένδειξη κύρους, αυτοπεποίθησης ή ισχυρού χαρακτήρα. Ωστόσο, σύμφωνα με την ψυχολογία, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο νιώθει σε θέση ισχύος ή αισθάνεται σίγουρο για τον εαυτό του.
Βαθύτερη ανάγκη
Σε αρκετές περιπτώσεις, το να μιλά κάποιος πιο δυνατά από το συνηθισμένο μπορεί να είναι ένας τρόπος να τραβήξει την προσοχή των άλλων, να βεβαιωθεί ότι τον καταλαβαίνουν ή ότι δίνουν αξία σε όσα λέει. Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά ενδέχεται να κρύβεται μια βαθύτερη συναισθηματική ανάγκη.
Ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνεί κάθε άνθρωπος επηρεάζεται από τις εμπειρίες, την προσωπικότητα και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Κάποιοι μπορεί να έμαθαν από μικροί ότι για να τους ακούσουν έπρεπε να μιλούν πιο δυνατά, ενώ άλλοι ενδέχεται να ανέπτυξαν αυτή τη συνήθεια μεγαλώνοντας σε περιβάλλοντα όπου οι άνθρωποι συνήθιζαν να διακόπτουν ο ένας τον άλλον.
Με πληροφορίες από eleconomista.es






























