Μια ενδιαφέρουσα υπόθεση φορολογικού ελέγχου, που δείχνει πώς τα δηλωμένα εισοδήματα μπορούν να ανατραπούν όταν η Εφορία βάλει στο μικροσκόπιο τη συνολική οικονομική εικόνα ενός φορολογουμένου, εξέτασε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ.
Η υπόθεση αφορούσε φορολογούμενο με ατομική επιχείρηση, ο οποίος ελέγχθηκε από τη ΔΟΥ Σύρου για τα φορολογικά έτη 2019 και 2020. Οι ελεγκτές δεν έμειναν στις δηλώσεις και στα βιβλία της επιχείρησης, αλλά εξέτασαν τραπεζικά δεδομένα, προσωπικές και οικογενειακές δαπάνες, περιουσιακά στοιχεία και τεκμήρια.
Η εικόνα που προέκυψε απείχε σημαντικά από εκείνη των φορολογικών δηλώσεων. Για το 2020, ενώ είχε δηλωθεί φορολογητέο εισόδημα μόλις 5.951 ευρώ, ο έλεγχος το προσδιόρισε τελικά στα 71.386 ευρώ. Για το 2019, αντίστοιχα, από τα 5.948 ευρώ της δήλωσης, το φορολογητέο εισόδημα ανέβηκε στα 31.194 ευρώ.
Στην πορεία του ελέγχου διαπιστώθηκε ότι το 2020 δεν είχαν εκδοθεί φορολογικά στοιχεία για έσοδα καθαρής αξίας 25.755 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 6.181 ευρώ, ενώ για το 2019 δεν αναγνωρίστηκαν προς έκπτωση δαπάνες και αγορές 1.735 ευρώ.
Στην εξίσωση μπήκαν και τα τεκμήρια. Ο φορολογούμενος είχε αγροτεμάχιο 6.250 τετραγωνικών μέτρων, με ημιτελές κτίσμα, αποθήκη και πισίνα 105,33 τετραγωνικών μέτρων. Η πισίνα είχε κατασκευαστεί το 2003, ωστόσο, σύμφωνα με την απόφαση, με εξαίρεση το οικονομικό έτος 2013 δεν είχε συμπεριληφθεί στις δηλώσεις εισοδήματος. Για τον λόγο αυτό ο έλεγχος υπολόγισε αντικειμενική δαπάνη 24.105 ευρώ για καθένα από τα δύο ελεγχόμενα έτη.
Οι δαπάνες διαβίωσης ήταν μεγαλύτερες από τα εισοδήματα
Ο φορολογούμενος αντέτεινε ότι η πισίνα δεν χρησιμοποιούνταν, ότι υπήρχε διακοπή υδροδότησης και ότι βρισκόταν σε επαγγελματικό ακίνητο. Το βασικό πρόβλημα, όμως, για τον έλεγχο βρισκόταν αλλού: οι δαπάνες διαβίωσης ήταν μεγαλύτερες από τα εισοδήματα που είχαν δηλωθεί. Και η διαφορά δεν καλυπτόταν ακόμη και όταν στους υπολογισμούς μπήκαν τα εισοδήματα και οι δαπάνες της συζύγου.
Σε αυτό το σημείο ενεργοποιήθηκε η έμμεση τεχνική της «ανάλυσης ρευστότητας». Πρόκειται, στην πράξη, για ένα οικονομικό «ταμείο» του φορολογουμένου: από τη μία μπαίνουν τα χρήματα που μπορεί να δικαιολογήσει και από την άλλη όσα εμφανίζεται να έχει ξοδέψει. Όταν οι δαπάνες είναι μεγαλύτερες από τις διαθέσιμες πηγές χρημάτων, η διαφορά πρέπει να εξηγηθεί.
Για το 2019 το συγκεκριμένο «κενό» υπολογίστηκε σε 4.328 ευρώ. Το 2020, όμως, έφτασε στα 65.435 ευρώ και, καθώς δεν δικαιολογήθηκε κατά τον έλεγχο, αντιμετωπίστηκε ως μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που το φορολογητέο εισόδημα του 2020 εκτινάχθηκε από τα 5.951 ευρώ της δήλωσης στα 71.386 ευρώ.
Στο επίκεντρο της διαφοράς βρέθηκε και η «ανάλωση κεφαλαίου», δηλαδή η δυνατότητα του φορολογουμένου να επικαλεστεί αποταμιεύσεις και εισοδήματα προηγούμενων ετών για να δικαιολογήσει τις σημερινές δαπάνες. Ο ίδιος προσκόμισε πίνακα από τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, προέκυπτε διαθέσιμο κεφάλαιο 67.329 ευρώ. Ο έλεγχος, ωστόσο, διαπίστωσε ότι στους σχετικούς υπολογισμούς δεν είχε συμπεριληφθεί το τεκμήριο της πισίνας για τα προηγούμενα χρόνια, με εξαίρεση το οικονομικό έτος 2013.
Η τελική επιβάρυνση ήταν σημαντική. Για το 2019 καταλογίστηκαν συνολικά 12.769 ευρώ σε φόρο, πρόστιμο, εισφορά αλληλεγγύης και φόρο πολυτελούς διαβίωσης, ενώ για το 2020 ο πρόσθετος λογαριασμός διαμορφώθηκε στα 35.524 ευρώ. Συνολικά, οι καταλογισμοί για τις δύο χρήσεις έφτασαν τα 48.293,49 ευρώ.
Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ, αμφισβητώντας μεταξύ άλλων το τεκμήριο της πισίνας, τον χειρισμό των τραπεζικών καταθέσεων, την ανάλωση κεφαλαίου και την εφαρμογή της ανάλυσης ρευστότητας. Η προσφυγή του, ωστόσο, απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα οι φορολογικοί καταλογισμοί να παραμείνουν σε ισχύ.




























