Στον όροφό μου μένει ένας άνδρας 86 ετών που ποτίζει τα φυτά στον διάδρομο. Κανείς δεν του ζήτησε ποτέ να το κάνει. Δεν είναι δουλειά του και κανείς δεν τον έβαλε υπεύθυνο για τα φυτά.Τα ποτίζει, όμως, κάθε μέρα. Πριν από λίγο καιρό πήγαμε μαζί σε ένα μικρό εστιατόριο. Ο σερβιτόρος ήρθε στο τραπέζι και ρώτησε τι θα παραγγείλουμε. Ο 86χρονος του είπε τι ήθελε. Μάλιστα, το επανέλαβε δύο φορές, σε δύο διαφορετικές γλώσσες.
Λίγο αργότερα, ο σερβιτόρος γύρισε προς εμένα. «Τι θα ήθελε εκείνος;» Ο ηλικιωμένος άνδρας είχε ήδη απαντήσει. Στον δρόμο για το σπίτι δεν έκανε σκηνή. Δεν θύμωσε. Μου είπε μόνο: «Έχω γίνει έπιπλο». Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο σκληρές πλευρές του να μεγαλώνεις, οι άνθρωποι αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να μην είσαι πλέον πραγματικά εκεί.
Δεν είναι απαραίτητα ιδέα τους
Όταν ένας άνδρας ή μια γυναίκα άνω των 70 λέει ότι αισθάνεται αόρατος, η πρώτη αντίδραση μπορεί να είναι να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μια υποκειμενική αίσθηση. Όμως δεν είναι πάντα έτσι. Υπάρχει μια πραγματική κοινωνική αλλαγή που έρχεται με την ηλικία. Οι άνθρωποι μπορεί να μιλούν διαφορετικά σε έναν ηλικιωμένο, να του απευθύνονται πιο αργά ή πιο δυνατά, να χρησιμοποιούν απλοποιημένες λέξεις ή ακόμη και να μιλούν στον άνθρωπο που τον συνοδεύει αντί να απευθύνονται στον ίδιο. Όλα αυτά μπορεί να γίνονται χωρίς κακή πρόθεση. Το αποτέλεσμα, όμως, παραμένει το ίδιο.
Ο άνθρωπος απέναντί σου αρχίζει να αισθάνεται ότι δεν τον βλέπεις πραγματικά
Παγκόσμια έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και άλλων οργανισμών του ΟΗΕ, που δημοσιεύθηκε το 2021, κατέγραψε το μέγεθος του προβλήματος. Σε έρευνα με περισσότερους από 83.000 ανθρώπους σε 57 χώρες, περίπου ένας στους δύο εμφάνιζε μέτριες ή υψηλές ηλικιακές προκαταλήψεις.Η αορατότητα, λοιπόν, δεν είναι πάντα κάτι που συμβαίνει μόνο μέσα στο μυαλό ενός ηλικιωμένου. Μπορεί να είναι και κάτι που του προκαλεί το περιβάλλον του.
Όταν μιλάς σε έναν ηλικιωμένο σαν να είναι παιδί
Μάλιστα μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές μιλάμε σε έναν ηλικιωμένο σαν να είναι παιδί. Πιο αργά, πιο δυνατά και με υπερβολικά απλές λέξεις. «Πώς είμαστε σήμερα;» «Θέλουμε λίγο νεράκι;» «Είμαστε έτοιμοι να φάμε;» Μπορεί να ακούγεται τρυφερό. Για τον άνθρωπο που το ακούει, όμως, μπορεί να είναι ταπεινωτικό. Γιατί δεν του θυμίζει ότι τον φροντίζουν. Του θυμίζει ότι οι άλλοι έχουν αρχίσει να τον θεωρούν λιγότερο ικανό. Και υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο που δεν είναι τίποτα παραπάνω από όταν αυτή η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται για αρκετό καιρό, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσει να την πιστεύει και ο ίδιος.
Η στιγμή που σταματάς να νιώθεις χρήσιμος
Το μεγαλύτερο λάθος είναι να συνδέσουμε την αξία ενός ανθρώπου με τη χρησιμότητά του. Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, όμως, αυτό ακριβώς κάνουμε. Εργαζόμαστε. Μεγαλώνουμε παιδιά. Φροντίζουμε γονείς. Πληρώνουμε λογαριασμούς. Παίρνουμε αποφάσεις. Άλλοι άνθρωποι βασίζονται πάνω μας. Και μετά, κάποια στιγμή, όλα αυτά αρχίζουν να λιγοστεύουν. Συνταξιοδοτείσαι. Τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι. Οι επαγγελματικές υποχρεώσεις τελειώνουν. Το τηλέφωνο χτυπά λιγότερο. Κανείς δεν σε περιμένει πλέον επειδή «πρέπει» να είσαι κάπου. Και τότε μπορεί να εμφανιστεί μια πολύ δύσκολη σκέψη «Αν δεν με χρειάζεται κανείς, τότε τι αξία έχω;» Αυτή είναι ίσως η πραγματική παγίδα. Γιατί το «δεν με χρειάζονται όπως παλιά» δεν σημαίνει «δεν αξίζω όπως παλιά».
Τι λέει η ψυχολογία
Η ψυχολόγος και ερευνήτρια Becca Levy του Yale έχει μελετήσει για χρόνια τον τρόπο με τον οποίο οι αντιλήψεις μας για τη γήρανση επηρεάζουν τη ζωή μας. Σε μελέτη που παρακολούθησε 660 ανθρώπους ηλικίας 50 ετών και άνω για περισσότερες από δύο δεκαετίες, όσοι είχαν πιο θετικές αντιλήψεις για τη γήρανση εμφάνισαν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, με τη διαφορά να φτάνει κατά μέσο όρο τα 7,5 χρόνια. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αν κάποιος σκέφτεται θετικά θα ζήσει υποχρεωτικά περισσότερο. Η συγκεκριμένη έρευνα ήταν συσχετιστική και δεν αποδεικνύει ότι η θετική σκέψη από μόνη της προσθέτει χρόνια. Δείχνει, όμως, κάτι σημαντικό. Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας καθώς μεγαλώνουμε δεν είναι αδιάφορος. Ίσως το πρόβλημα είναι ότι μάθαμε να μετράμε την αξία μας λάθος.
Τι έμαθα όταν στα 36 μου έπαψα να είμαι «χρήσιμος»
Το 2020 πούλησα τα εστιατόριά μου. Μέσα σε έναν μήνα από άνθρωπος που δεκάδες εργαζόμενοι μπορούσαν να πάρουν τηλέφωνο ακόμη και τα μεσάνυχτα, όταν χαλούσε ο επαγγελματικός καταψύκτης, βρέθηκα ξαφνικά να μην είμαι απαραίτητος σε κανέναν. Το τηλέφωνό μου σταμάτησε να χτυπά. Και η σιωπή αυτή ήταν πολύ πιο παράξενη απ’ όσο περίμενα. Κανείς δεν χρειαζόταν πλέον την υπογραφή μου. Κανείς δεν περίμενε από εμένα να λύσω ένα πρόβλημα. Κανείς δεν χρειαζόταν να με ρωτήσει τι πρέπει να γίνει. Αυτό που με ξάφνιασε περισσότερο, όμως, ήταν πόσο γρήγορα έβγαλα ένα συμπέρασμα για τον εαυτό μου, αντί να καταλάβω τι είχε πραγματικά αλλάξει γύρω μου. Δεν ήμουν λιγότερο ικανός τον Ιούλιο απ’ ό,τι ήμουν τον Ιούνιο. Απλώς, οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να απευθύνονται σε εμένα. Μου πήρε σχεδόν έναν χρόνο για να καταλάβω τη διαφορά. Και είχα την ηλικία, τις επιλογές και την οικονομική ασφάλεια για να κάνω αυτή την αλλαγή λίγο πιο εύκολη. Ο ηλικιωμένος γείτονάς μου δεν έχει αυτές τις «δικλίδες ασφαλείας». Και, σε αντίθεση με εμένα, βιώνει καθημερινά αυτή την αίσθηση από ανθρώπους που δεν γνωρίζει καν.
Η παγίδα του να αισθάνεσαι χρήσιμος
Τελικά κατάλαβα κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ σοβαρά, η χρησιμότητα είναι ένα πολύ κακό θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να χτίσει κανείς την εικόνα του εαυτού του. Δεν είναι κάτι που σου ανήκει. Δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που αποκτάς και κρατάς για πάντα. Είναι κάτι που οι άλλοι επιλέγουν να περνούν μέσα από εσένα. Σε χρειάζονται, λοιπόν, όσο υπάρχει ένας λόγος να σε χρειάζονται. Και αυτό μπορεί να σταματήσει οποιαδήποτε στιγμή, για λόγους που δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με τις ικανότητές σου. Δεν είμαι ιδιαίτερα φίλος των εύκολων συμβουλών και των έτοιμων λύσεων. Υπάρχουν, όμως, κάποια μικρά πράγματα που πραγματικά άλλαξαν το κλίμα στην πολυκατοικία μας.
Μίλα στον ίδιο τον άνθρωπο, όχι στον συνοδό του. Αν κάποιος έχει ήδη παραγγείλει, δεν χρειάζεται να επιβεβαιώσεις την παραγγελία του απευθυνόμενος σε εκείνον που στέκεται δίπλα του. Ακούγεται σχεδόν αυτονόητο. Κι όμως, αν το προσέξετε αυτή την εβδομάδα, ίσως εκπλαγείτε από το πόσο συχνά συμβαίνει. Όταν ζητάς από έναν άνθρωπο να μοιραστεί μια γνώση που μόνο εκείνος διαθέτει, είναι ίσως ο πιο γρήγορος τρόπος να του θυμίσεις ότι δεν είναι απλώς ένας ηλικιωμένος άνθρωπος στο περιθώριο, αλλά ένας άνθρωπος με όνομα, ιστορία και πράγματα να προσφέρει.
Δώσε του μια πραγματική ευθύνη, με συγκεκριμένη προθεσμία, όχι απλώς ένα χόμπι για να περνά την ώρα του. Ο γείτονάς μου, για παράδειγμα, πλέον παραλαμβάνει τα δέματά μου όταν λείπω ταξίδι. Είναι μια πραγματική υποχρέωση που, υποψιάζομαι, του δημιουργεί και κάποια ενόχληση. Και ίσως ακριβώς αυτό να είναι το ζητούμενο.
Κι αν είσαι εσύ εκείνος που νιώθει σαν έπιπλο, προσπάθησε να ξεχωρίσεις δύο διαφορετικά πράγματα. Το πρώτο είναι ότι ο κόσμος γύρω σου μπορεί πράγματι να σου φέρεται άσχημα. Οι άνθρωποι μπορεί να σε αγνοούν, να σε παραμερίζουν ή να συμπεριφέρονται σαν να μην έχεις πλέον την ίδια σημασία. Και ένα σημαντικό μέρος της επιστημονικής έρευνας για την ηλικιακή προκατάληψη επιβεβαιώνει ότι αυτή η εμπειρία δεν είναι απλώς στο μυαλό σου. Το δεύτερο, όμως, είναι το συμπέρασμα ότι εσύ έχεις πλέον τελειώσει. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που σου έχουν μάθει να πιστεύεις. Και έχεις κάθε δικαίωμα να μην το αποδεχτείς. Ο γείτονάς μου είναι εκεί έξω και τώρα, με το ποτιστήρι στο χέρι. Τα φυτά, για την ιστορία, είναι μια χαρά.
Πηγή: siliconcanals.com

































