Όλο και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν να αφήσουν τα γκρίζα ή λευκά μαλλιά τους στο φυσικό τους χρώμα, εγκαταλείποντας τη συστηματική χρήση βαφής.
Μια απόφαση που συχνά αντιμετωπίζεται ως απλή αισθητική επιλογή μπορεί, σύμφωνα με θεωρίες της ψυχολογίας, να συνδέεται με βαθύτερες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, την ηλικία και τις προσδοκίες των άλλων.
Για δεκαετίες, τα γκρίζα μαλλιά- ιδιαίτερα στις γυναίκες- αντιμετωπίζονταν ως ένα από τα εμφανή σημάδια γήρανσης που έπρεπε να καλυφθούν. Η βιομηχανία ομορφιάς ενίσχυσε αυτή την αντίληψη, συνδέοντας συχνά τη νεανική εμφάνιση με τη διατήρηση του φυσικού χρώματος των μαλλιών.
Ωστόσο, η απόφαση να σταματήσει κάποιος να βάφει τα μαλλιά του δεν σημαίνει απαραίτητα παραίτηση από την περιποίηση της εμφάνισής του. Για ορισμένους ανθρώπους μπορεί να αποτελεί έκφραση αυθεντικότητας και μεγαλύτερης αποδοχής του εαυτού τους.
Από την αποδοχή των άλλων στην προσωπική επιλογή
Μία πιθανή εξήγηση δίνει η θεωρία του αυτοπροσδιορισμού των ψυχολόγων Edward Deci και Richard Ryan. Σύμφωνα με αυτή, η ευημερία συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αυτονομία και με επιλογές που αντανακλούν τις προσωπικές αξίες αντί να υπαγορεύονται αποκλειστικά από εξωτερικές απαιτήσεις.
Υπό αυτή την οπτική, η απόφαση μιας γυναίκας να αφήσει τα μαλλιά της να γκριζάρουν φυσικά μπορεί να σηματοδοτεί τη μετάβαση από το «τι περιμένουν οι άλλοι από εμένα» στο «τι θέλω εγώ για την εμφάνισή μου».
Σχετική είναι και η προσέγγιση του ψυχολόγου Carl Rogers για το αυτοαντίληψη και τη συμφωνία ανάμεσα στην εσωτερική εικόνα του ατόμου και σε εκείνη που παρουσιάζει προς τα έξω. Όσο μικρότερη είναι η απόσταση μεταξύ των δύο, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η αίσθηση αυθεντικότητας.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όσες βάφουν τα μαλλιά τους υποκύπτουν σε κοινωνικές πιέσεις. Η βαφή μπορεί εξίσου να αποτελεί προσωπική επιλογή και τρόπο έκφρασης. Το ουσιαστικό στοιχείο είναι το κίνητρο πίσω από την απόφαση.
Η δύσκολη περίοδος της μετάβασης
Για πολλές γυναίκες, το πιο απαιτητικό στάδιο είναι εκείνο κατά το οποίο οι λευκές ρίζες μεγαλώνουν ενώ το υπόλοιπο μήκος παραμένει βαμμένο. Η εικόνα αυτή μπορεί να εκληφθεί από τρίτους ως αμέλεια, παρότι στην πραγματικότητα αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της μετάβασης.
Παράλληλα, η θεωρία της κοινωνικοσυναισθηματικής επιλεκτικότητας της Laura Carstensen υποστηρίζει ότι όσο οι άνθρωποι μεγαλώνουν τείνουν να δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα σε όσα έχουν πραγματική συναισθηματική αξία και λιγότερη στις εξωτερικές προσδοκίες.
Πηγή okdiario.com





























