Η θλίψη για τον θάνατο ενός κατοικίδιου θα μπορούσε να είναι τόσο μακροχρόνια όσο εκείνη που βιώνει κάποιος μετά την απώλεια ενός ανθρώπου, σύμφωνα με έρευνα που επιβεβαίωσε αυτό που ήδη γνωρίζουν πολλοί κηδεμόνες ζώων για τη σχέση που έχουν μαζί τους.
Οι άνθρωποι που πενθούν την απώλεια ενός κατοικίδιου μπορούν να υποφέρουν από διαταραχή παρατεταμένου πένθους (PGD), που προκαλείται από τον θάνατο αγαπημένου προσώπου, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο ακαδημαϊκό περιοδικό PLOS One.
Η διαταραχή παρατεταμένου πένθους διαρκεί μήνες- ακόμα και χρόνια- και συχνά περιλαμβάνει έντονη στεναχώρια και απόγνωση, προβλήματα κοινωνικοποίησης και εκτέλεσης καθημερινών εργασιών και αίσθημα ότι έχει πεθάνει ένα κομμάτι μας.
Προς το παρόν, μόνο όσοι πενθούν την απώλεια ενός ανθρώπου μπορούν να διαγνωστούν με PGD, αλλά ο Φίλιπ Χάιλαντ, καθηγητής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Μέινουθ που έγραψε τη μελέτη, συστήνει να διευρυνθούν οι κατευθυντήριες γραμμές, ώστε να περιλαμβάνουν και τον θάνατο κατοικίδιων.
Στην έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στη Βρετανία με τη συμμετοχή 975 ενηλίκων, το 7,5% που είχαν χάσει κατοικίδιο πληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια για τη διαταραχή παρατεταμένου πένθους, περίπου το ίδιο με το ποσοστό ανθρώπων που έχασαν ένα στενό φίλο.
Το ποσοστό είναι ελαφρώς μικρότερο από εκείνο των ανθρώπων που είχαν διαταραχή παρατεταμένου πένθους μετά τον θάνατο παππού ή γιαγιάς (8,3%), αδελφού (8,9%) ή συντρόφου (9,1%). Μόνο σε εκείνους που είχαν χάσει τους γονείς τους ή τα παιδιά τους το ποσοστό ήταν σημαντικά υψηλότερο, στο 11,2% και 21,3% αντίστοιχα.
Περίπου το ένα πέμπτο όσων είχαν βιώσει την απώλεια κατοικίδιου και προσώπου από το περιβάλλον τους δήλωσαν ότι η πρώτη ήταν χειρότερη, παρότι προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει πως οι άνθρωποι συχνά αισθάνονται ντροπή, αμηχανία και απομόνωση όταν εκφράζουν τη θλίψη τους για τον θάνατο του αγαπημένου τους ζώου.
Η έρευνα εκτίμησε ότι 1 στις 12 περιπτώσεις διαταραχής παρατεταμένου πένθους στη Βρετανία προκλήθηκαν από τον θάνατο κατοικίδιου, λόγω του γεγονότος ότι περίπου οι μισοί ενήλικες είναι κηδεμόνες ζώων και το προσδόκιμο ζωής τους είναι σημαντικά μικρότερο από εκείνο των ανθρώπων.
Ο Φίλιπ Χάιλαντ δήλωσε ότι η έρευνα έδειξε επίσης πως τα συμπτώματα «βαριάς» θλίψης για ένα κατοικίδιο είναι πανομοιότυπα με εκείνα για τον θάνατο ανθρώπου και δεν υπάρχει διαφορά στο πώς οι άνθρωποι βιώνουν αυτές τις απώλειες.
Για αυτό ζήτησε τη διεύρυνση των κατευθυντήριων γραμμών για τη διαταραχή παρατεταμένου πένθους. Οι διαγνωστικές κατευθυντήριες γραμμές «δεν επιτρέπουν τη διάγνωση της διαταραχής μετά τον θάνατο ενός κατοικίδιου, αλλά αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να βιώσουν κλινικά αντίστοιχα επίπεδα θλίψης μετά τον θάνατο ενός κατοικίδιου και σε βαθμό που συγκρίνεται με την απώλεια ανθρώπου», υπογράμμισε.
Πηγή: Guardian































