Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας φέρνει μαζί της έναν βαρύ δημοσιονομικό λογαριασμό, αλλά το πραγματικό κόστος για τις οικονομίες της ευρωζώνης ενδέχεται να είναι αισθητά μικρότερο από όσο δείχνουν οι αρχικοί υπολογισμοί.
Νέα ανάλυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) υποστηρίζει ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, έως και 53 λεπτά από κάθε επιπλέον ευρώ αμυντικών δαπανών μπορούν να επιστρέψουν στα δημόσια ταμεία μέσω υψηλότερης ανάπτυξης και φορολογικών εσόδων.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη το 2025, όπου οι σύμμαχοι δεσμεύθηκαν να κινηθούν προς βασικές αμυντικές δαπάνες ύψους 3,5% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερα από το προηγούμενο σημείο αναφοράς του 2%. Για την ευρωζώνη, η κάλυψη της διαφοράς εκτιμάται ότι συνεπάγεται περίπου 45 δισ. ευρώ πρόσθετων δαπανών ετησίως έως το 2035.
Σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλό δημόσιο χρέος, το ποσό αυτό δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τα ελλείμματα, το κόστος δανεισμού και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάστηκε στο Euro Area Stability Watch, η απλή εξίσωση «περισσότερες αμυντικές δαπάνες ίσον περισσότερο χρέος» δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα.
Ο λόγος είναι ότι οι αμυντικές δαπάνες μπορούν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα ως επενδυτική ώθηση. Όταν κατευθύνονται σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, έρευνα, τεχνολογία και παραγωγικό εξοπλισμό, δημιουργούν θέσεις εργασίας, αυξάνουν τις επενδύσεις και μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα. Η πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα μεταφράζεται με τη σειρά της σε μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα, περιορίζοντας το καθαρό δημοσιονομικό κόστος.
Το «κρυφό» οικονομικό αποτύπωμα της αμυντικής βιομηχανίας
Τα στοιχεία του ESM δείχνουν ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει σχετικά μικρό μέρος των αμυντικών προϋπολογισμών της στους τομείς με τις ισχυρότερες δυνητικές επιδράσεις στην παραγωγικότητα. Περισσότερο από το 40% του αμυντικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατευθύνεται σε μισθολογικές δαπάνες, ενώ η έρευνα και ανάπτυξη απορροφά περίπου το 3%, ποσοστό που αντιστοιχεί μόλις στο ένα τέταρτο του αντίστοιχου επιπέδου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εικόνα έχει σημασία, καθώς οι επιχειρήσεις της αμυντικής βιομηχανίας εμφανίζονται ιδιαίτερα παραγωγικές και επενδυτικά δραστήριες. Ανάλυση περισσότερων από 1.300 επιχειρήσεων που συνδέονται με την άμυνα σε Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία δείχνει ότι, παρότι αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 2% του συνολικού επιχειρηματικού τζίρου, έχουν έντονη παρουσία σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
Σε σύγκριση με μη αμυντικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους ίδιους κλάδους, οι αμυντικές εταιρείες εμφανίζουν περίπου 40% υψηλότερη παραγωγικότητα και κατά 35% μεγαλύτερη ένταση επενδύσεων, είτε πρόκειται για μηχανολογικό εξοπλισμό είτε για έρευνα και ανάπτυξη.
Το σημαντικότερο εύρημα, ωστόσο, αφορά τις επιδράσεις πέρα από τα όρια της ίδιας της αμυντικής βιομηχανίας. Περίπου το 85% των εισροών που χρησιμοποιούν οι πολιτικές επιχειρήσεις οι οποίες προμηθεύουν τις αμυντικές εταιρείες προέρχεται από την ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων μπορεί να παραμένει εντός της ευρωπαϊκής οικονομίας και να μεταφέρεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο προμηθευτών.
Μια αύξηση κατά 10% των επενδύσεων που συνδέονται με την άμυνα σχετίζεται, σύμφωνα με την έρευνα, με μετρήσιμη βελτίωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων που βρίσκονται υψηλότερα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Κατασκευαστές ηλεκτρονικών συστημάτων, εταιρείες υλικών, μηχανικοί και άλλοι προμηθευτές αναγκάζονται να επενδύσουν και να αναβαθμίσουν τις τεχνολογικές τους δυνατότητες προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυστηρές απαιτήσεις της αμυντικής παραγωγής.
Πότε επιστρέφουν 53 λεπτά από κάθε ευρώ
Το μεγάλο ερώτημα είναι πόσο από τον αρχικό λογαριασμό μπορεί τελικά να ανακτηθεί. Προσομοιώνοντας μια σταδιακή και σταθερή αύξηση των αμυντικών δαπανών της ευρωζώνης σε ορίζοντα δεκαετίας, ο ESM διαπιστώνει ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται καθοριστικά από το πού δαπανώνται τα χρήματα και πώς χρηματοδοτούνται.
Στο ευνοϊκότερο σενάριο, έως 53 λεπτά από κάθε πρόσθετο ευρώ αμυντικής δαπάνης μπορούν να επιστρέψουν στο κράτος μέσω της ισχυρότερης οικονομικής δραστηριότητας και των αυξημένων φορολογικών εσόδων. Με άλλα λόγια, το πραγματικό δημοσιονομικό βάρος μπορεί να περιοριστεί σχεδόν στο μισό.
Δεν έχουν, όμως, όλες οι αμυντικές δαπάνες το ίδιο αποτέλεσμα. Όταν τα κεφάλαια διοχετεύονται σε εξοπλισμό υψηλής έντασης κεφαλαίου, τεχνολογία και έρευνα και ανάπτυξη, ιδιαίτερα όταν οι προμηθευτές βρίσκονται στην Ευρώπη, οι θετικές επιδράσεις στην παραγωγικότητα είναι μεγαλύτερες. Αντίθετα, όταν η πρόσθετη δαπάνη αφορά κυρίως μισθούς, συντήρηση ή έτοιμα οπλικά συστήματα που εισάγονται από τρίτες χώρες, η δημοσιονομική επιστροφή υποχωρεί περίπου στα 25 λεπτά ανά ευρώ.
Κρίσιμος είναι και ο τρόπος χρηματοδότησης. Η ανακατανομή υφιστάμενων δημόσιων δαπανών προς την άμυνα διατηρεί μεγαλύτερο μέρος των θετικών επιδράσεων στην ανάπτυξη, ενώ η χρηματοδότηση μέσω υψηλότερης φορολογίας της εργασίας μπορεί να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα και να αποδυναμώσει τη φορολογική βάση.
Αντίστοιχα, η ανεξέλεγκτη αύξηση του δημόσιου χρέους μπορεί να ακυρώσει μέρος των οφελών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, εάν το χρέος αφεθεί να αυξάνεται μόνιμα αντί να σταθεροποιείται μέσα από ένα αξιόπιστο δημοσιονομικό πλαίσιο, η άνοδος των πραγματικών επιτοκίων μπορεί να προσθέσει περίπου 5% στο πραγματικό κόστος της αμυντικής ενίσχυσης.
Το ευρωπαϊκό στοίχημα των κοινών προμηθειών
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η ευρωπαϊκή διάσταση των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Οι επιπτώσεις της ασφάλειας δεν περιορίζονται στα εθνικά σύνορα, ούτε όμως και τα οικονομικά οφέλη από τις αμυντικές επενδύσεις.
Οι κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες μπορούν να περιορίσουν τον σημερινό κατακερματισμό της αγοράς, να επιτρέψουν μεγαλύτερες παραγγελίες και οικονομίες κλίμακας, να μειώσουν το κόστος ανά μονάδα και να ενισχύσουν την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά άμυνας. Παράλληλα, μπορούν να δώσουν σε μικρότερες οικονομίες τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού ακόμη και εάν δεν διαθέτουν μεγάλη εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Στην ίδια κατεύθυνση, η κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Εργαλεία όπως το SAFE μπορούν, εφόσον εφαρμοστούν αποτελεσματικά, να περιορίσουν τις πιέσεις στους εθνικούς προϋπολογισμούς και να επιτρέψουν κοινές επενδύσεις μεγαλύτερης κλίμακας, κατανέμοντας ταυτόχρονα το κόστος με τρόπο που αντανακλά καλύτερα τον διασυνοριακό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η νέα εποχή υψηλότερων αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη δεν είναι αναγκαστικά ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος μεταξύ ασφάλειας και δημοσιονομικής σταθερότητας. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα δαπανηθούν, αλλά πού θα κατευθυνθούν, από ποιους θα παραχθούν τα συστήματα και η τεχνολογία που θα αγοραστούν και με ποιον τρόπο θα χρηματοδοτηθεί η αύξηση των δαπανών.
Εάν τα νέα κονδύλια μετατραπούν σε επενδύσεις, καινοτομία και ευρωπαϊκή παραγωγή, η άμυνα μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως κόστος για τους προϋπολογισμούς αλλά και ως μοχλός βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Αν, αντίθετα, η αύξηση βασιστεί κυρίως σε εισαγωγές, λειτουργικές δαπάνες και διαρκή συσσώρευση χρέους, ο δημοσιονομικός λογαριασμός θα παραμείνει πολύ πιο κοντά στο ονομαστικό του ύψος.






























