Μια φορολογική διαφορά για τόκους από τραπεζικό λογαριασμό στην Αλβανία διευθέτησε προσφάτως η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ.
Η υπόθεση αφορά τόκους που είχαν εισπράξει οι δύο σύζυγοι το 2019 από τράπεζα της Αλβανίας. Μετά από στοιχεία που έφτασαν στην ελληνική φορολογική διοίκηση μέσω της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, οι δύο φορολογούμενοι υπέβαλαν τροποποιητική δήλωση, δηλώνοντας ο καθένας τόκους ύψους 7.937,34 ευρώ.
Η νέα εκκαθάριση, όμως, έφερε πρόσθετο φορολογικό λογαριασμό. Για τον σύζυγο προέκυψε ποσό προς πληρωμή 1.355,35 ευρώ, ενώ για τη σύζυγο 1.190,61 ευρώ. Το πρόβλημα ήταν ότι η εφορία δεν είχε αφαιρέσει καθόλου τον φόρο που είχε ήδη παρακρατηθεί στην Αλβανία.
Ο φόρος για τις καταθέσεις στην Αλβανία
Το ζευγάρι αντέδρασε και προσέφυγε στη ΔΕΔ, υποστηρίζοντας ότι είχε ήδη πληρώσει φόρο στην Αλβανία για τους συγκεκριμένους τόκους. Για να το αποδείξει, κατέθεσε επίσημα μεταφρασμένη βεβαίωση της αλβανικής τράπεζας, σύμφωνα με την οποία είχε γίνει παρακράτηση φόρου 15%.
Η ΔΕΔ δέχθηκε ότι η τραπεζική βεβαίωση αποδεικνύει πως πράγματι είχε πληρωθεί φόρος στην Αλβανία. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι μπορούσε να αφαιρεθεί ολόκληρο το 15% από τον φόρο που προέκυπτε στην Ελλάδα, καθώς η φορολογική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας έχει ειδικές προβλέψεις.
Σύμφωνα με τη ΔΕΔ, για τους συγκεκριμένους τόκους η Ελλάδα μπορεί να αναγνωρίσει ως φόρο που πληρώθηκε στο εξωτερικό ποσό που αντιστοιχεί έως στο 5% των τόκων. Έτσι, παρότι στην Αλβανία είχε παρακρατηθεί 15%, στην ελληνική φορολογική δήλωση μπορούσε να συμψηφιστεί μόνο το 5%.
Το αποτέλεσμα ήταν οι δύο σύζυγοι να δικαιωθούν εν μέρει. Η ΔΕΔ έκρινε ότι ήταν λάθος να μη ληφθεί υπόψη καθόλου ο φόρος που είχε ήδη πληρωθεί στο εξωτερικό και έδωσε εντολή στη ΔΟΥ Μυτιλήνης να κάνει νέα εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων του 2019.

































