Αμετάβλητες παραμένουν τελικά οι ποινές που έχουν επιβληθεί στους καταδικασθέντες για την τραγωδία στο Μάτι, όπου χάθηκαν 102 ανθρώπινες ζωές και άλλα 32 άτομα υπέστησαν βαρύτατα εγκαύματα.
Το Τριμελές Εφετείο της Αθήνας αφού εξέτασε την αναίρεση που είχε ζητηθεί από τους τρεις εκ των τεσσάρων καταδικασθέντων, οι οποίοι είχαν οδηγηθεί μετά την καταδίκη τους στις φυλακές, αποφάνθηκε ότι δεν θα πρέπει να τους αναγνωριστεί γιατί κάτι τέτοιο, θα είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι ποινές τους και αυτό θα δεν θα αντιστοιχούσε με την «απαξία των εγκλημάτων τους.
Στον Άρειο Πάγο είχαν προσφύγει ο πρώην αρχηγός της Πυροσβεστικής, Σωτήρης Τερζούδης, ο τότε υπαρχηγός Βασίλης Ματθαιόπουλος και ο τότε Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, Ιωάννης Καπάκης. Σήμερα, από τους τρεις καταδικασθέντες, οι δύο έχουν αποφυλακιστεί με έκτιση ποινής και μόνον ο Σωτήρης Τερζούδης παραμένει έγκλειστος
Το σκεπτικό
Το δικαστήριο ακολουθώντας το σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης, αντιτάχθηκε στην αναγνώριση του ελαφρυντικού, έκρινε πως οι τρεις πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της αγνόησαν τις προειδοποιήσεις ήδη από την προηγούμενη ημέρα για τα ακραία καιρικά φαινόμενα της επομένης, διαχειρίστηκαν εντελώς λανθασμένα τις διαθέσιμες πυροσβεστικές δυνάμεις και άφησαν αβοήθητους τους πολίτες μπροστά στην πύρινη λαίλαπα.
Σύμφωνα με την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, οι τρεις καταδικασμένοι επέδειξαν «αδιαφορία», κατά την εκδήλωση της φονικής πυρκαγιάς, με τραγικό αποτέλεσμα «102 ασύλληπτους θανάτους και 32 άτομα με βαριές βλάβες».
Όπως είπε η εισαγγελέας, «οι κατηγορούμενοι γνώριζαν από την προηγούμενη μέρα για υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς, δε μερίμνησαν να αξιοποιήσουν το σύνολο των δυνάμεων, δεν ήλεγξαν την πυρκαγιά. Προτίμησαν να στείλουν πυροσβεστικά μέσα σε περιοχές άλλες όπως τα Ίσθμια και την Κινέτα. Δεν προχώρησαν σε καμία συντονισμένη ενέργεια για διάσωση, δεν έδωσαν οδηγίες, ούτε κατευθύνσεις παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τον κόσμο, ούτε συντόνισαν τις αρμόδιες δυνάμεις», ανέφερε σχετικά η εισαγγελική λειτουργός.
«Οι κατηγορούμενοι επέδειξαν αδιαφορία των πραγματικών περιστατικών», συμπλήρωσε στην πρότασή της και τόνισε ότι τυχόν αναγνώριση ελαφρυντικού θα οδηγήσει σε μειωμένη ποινή και «δυσανάλογη» της βλάβης που προκλήθηκε και της απαξίας των τελεσθέντων εγκλημάτων.
































