Η ενημέρωση για την κλιματική αλλαγή έχει αποκτήσει κεντρική θέση στον δημόσιο διάλογο. Ακραία καιρικά φαινόμενα, περίοδοι ξηρασίας, πλημμύρες, δασικές πυρκαγιές, άνοδος της θερμοκρασίας, μεταβολές των οικοσυστημάτων, αλλά και ζητήματα ενεργειακής μετάβασης και προσαρμογής εμφανίζονται όλο και συχνότερα στη δημόσια συζήτηση.Για τη δημοσιογραφία, όμως, το ζήτημα δεν είναι απλώς να μεταφέρει ότι «το κλίμα αλλάζει». Η πραγματική πρόκληση είναι να μεταφράζει μια σύνθετη επιστημονική γνώση σε κατανοητή γλώσσα χωρίς να χάνεται η ακρίβεια.
Η κλιματική αλλαγή μπορεί, για παράδειγμα, να αυξάνει την πιθανότητα ή την ένταση ορισμένων ακραίων φαινομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πλημμύρα, κάθε πυρκαγιά ή κάθε καύσωνας μπορεί να αποδοθεί αυτόματα και αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή. Η διάκριση ανάμεσα στη μακροχρόνια μεταβολή του κλίματος, στη φυσική μεταβλητότητα και στους άμεσους μετεωρολογικούς μηχανισμούς ενός συγκεκριμένου γεγονότος είναι κρίσιμη για την επιστημονικά υπεύθυνη ενημέρωση. Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα των πηγών.Άλλο είναι ένα δημοσίευμα να γράφει γενικά «σύμφωνα με τους επιστήμονες» και άλλο να κατονομάζει τον επιστημονικό οργανισμό, την έκθεση, τη δημοσίευση ή το dataset στο οποίο βασίζεται.Η δεύτερη πρακτική επιτρέπει στον αναγνώστη να γνωρίζει από πού προέρχεται η πληροφορία και, ιδανικά, να μπορεί να την ελέγξει.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εξετάσει η παρούσα έρευνα: όχι εάν ένα μέσο είναι «υπέρ» ή «κατά» της κλιματικής αλλαγής, αλλά με ποιον τρόπο δομείται η ενημέρωση γύρω από αυτήν.
Η σχέση μου με τα μέσα ενημέρωσης ξεκινά από το 1990, αρχικά από την τηλεόραση και στη συνέχεια από το ραδιόφωνο, τις εφημερίδες και, αργότερα, τα ψηφιακά μέσα. Μέσα σε αυτά τα χρόνια είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον τρόπο με τον οποίο η επιστημονική πληροφορία μετατρέπεται σε είδηση: τις ανάγκες της δημοσιογραφίας, τους περιορισμούς του χρόνου, τη δύναμη του τίτλου, αλλά και τη δυσκολία να αποδοθεί ένα σύνθετο επιστημονικό θέμα με τρόπο ταυτόχρονα απλό, ελκυστικό και ακριβή. Οι εμπειρίες αυτές, όμως, δεν αρκούν από μόνες τους. Αν επρόκειτο να παρουσιαστούν σε ένα συνέδριο δημοσιογράφων, έπρεπε να μετατραπούν από προσωπικές παρατηρήσεις σε τεκμηριωμένη έρευνα. Για τον λόγο αυτό συγκεντρώθηκε και αναλύθηκε ένα εκτεταμένο σώμα δημοσιευμάτων της περιόδου 2020–2026. Η μεθοδολογία, η διαδικασία συλλογής, τα φίλτρα, οι κλίμακες αξιολόγησης και οι περιορισμοί της έρευνας περιγράφονται αναλυτικά στο Παράρτημα, ώστε το κύριο μέρος να επικεντρωθεί στα αποτελέσματα.
Η έρευνα οργανώνεται γύρω από ένα κεντρικό ερώτημα: Πώς μετατρέπεται η επιστημονική γνώση για το κλίμα και τα ακραία καιρικά φαινόμενα σε δημοσιογραφική πληροφορία στην Ελλάδα;
Για να το προσεγγίσουμε, θέσαμε έξι απλά ερωτήματα: πώς εξηγούνται τα φαινόμενα, πόσο καλά τεκμηριώνονται, ποιες πηγές χρησιμοποιούνται και πόσο ανεξάρτητες είναι, πόσο δραματοποιείται η παρουσίασή τους, πώς αλλάζει η ίδια η γλώσσα της κλιματικής ενημέρωσης και, τέλος, πόσο διαφορετικά προσεγγίζουν το θέμα οι επιμέρους κατηγορίες μέσων. Οι επόμενες κάρτες επιχειρούν να δώσουν, με όσο το δυνατόν πιο καθαρό τρόπο, τις απαντήσεις που προκύπτουν από τα δεδομένα.
Η παρουσίαση της έρευνας - Τα ερωτήματα που τέθηκαν
1. Πώς εξηγούν τα μέσα τα κλιματικά και ακραία καιρικά φαινόμενα;
Δηλαδή, τα συνδέουν με την κλιματική αλλαγή, με ανθρώπινες δραστηριότητες, με φυσική μεταβλητότητα ή με άμεσους μετεωρολογικούς μηχανισμούς;
Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι στα περισσότερα άρθρα υπάρχει σαφής προσπάθεια να δοθεί εξήγηση για τα αίτια των φαινομένων. Στο 44,2% των περιπτώσεων τα φαινόμενα συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, ενώ στο 27,0% υπάρχει ρητή αναφορά στην ανθρώπινη επίδραση. Ένα μικρότερο ποσοστό, 7,0%, αποδίδει τα φαινόμενα σε συνδυασμό διαφορετικών αιτιών, ενώ η φυσική μεταβλητότητα εμφανίζεται ως κύρια αιτία μόλις στο 0,9% των άρθρων.
Συνολικά, στο 79,2% του δείγματος υπάρχει σαφής εξήγηση της αιτίας, ενώ στο 20,8% η αιτία δεν αποδίδεται καθαρά. Αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά ψηφιακά μέσα, στη μεγάλη πλειονότητά τους, δεν περιορίζονται μόνο στην περιγραφή των γεγονότων, αλλά επιχειρούν και να τα ερμηνεύσουν. Η βασική τάση που καταγράφεται είναι ότι τα φαινόμενα παρουσιάζονται κυρίως μέσα από το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και της ανθρώπινης επίδρασης.
2. Πόσο καλά τεκμηριώνονται όσα γράφονται;
Αναφέρεται απλώς «η επιστήμη» ή δίνονται συγκεκριμένοι οργανισμοί, μελέτες, εκθέσεις και δεδομένα που μπορεί να ελέγξει ο αναγνώστης; Η εικόνα δείχνει ότι η επιστήμη αναφέρεται συχνά, αλλά η πλήρως ελέγξιμη τεκμηρίωση είναι πολύ πιο περιορισμένη. Στο 34,9% των άρθρων κατονομάζεται συγκεκριμένος επιστημονικός ή θεσμικός φορέας, ενώ στο 25,5% υπάρχει μόνο μια γενική αναφορά στην επιστήμη.
Ένα ακόμη 25,5% δεν εμφανίζει σαφή πηγή. Μόνο το 9,2% παραπέμπει σε συγκεκριμένη μελέτη, δημοσίευση ή dataset και μόλις το 4,9% φτάνει στην υψηλότερη βαθμίδα τεκμηρίωσης. Συνολικά, επομένως, μόνο το 14,1% των άρθρων δίνει στον αναγνώστη ισχυρή και σχετικά εύκολα ελέγξιμη επιστημονική βάση.
3. Ποιες επιστημονικές πηγές χρησιμοποιούνται και πόσο ανεξάρτητες είναι μεταξύ τους;
Δηλαδή, έχουμε πραγματικά διαφορετικές πηγές ή πολλές αναφορές προέρχονται από τον ίδιο οργανισμό ή από στενά συνδεδεμένα επιστημονικά δίκτυα; Οι αναφορές συγκεντρώνονται σε σχετικά λίγες, ισχυρές επιστημονικές πηγές. Πρώτο είναι το Copernicus/C3S (158 άρθρα) και ακολουθούν Climatebook (105), ΕΚΠΑ (84), WMO και ΕΑΑ/meteo.gr (64), Nature (59) και IPCC (55).
Η συχνότητα όμως δεν σημαίνει πάντα ανεξάρτητη επιβεβαίωση.Η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται μια πηγή δεν σημαίνει ότι έχουμε αντίστοιχο αριθμό ανεξάρτητων επιστημονικών επιβεβαιώσεων.Πολλοί οργανισμοί συνδέονται θεσμικά ή χρησιμοποιούν κοινά δεδομένα. Για παράδειγμα, προϊόντα που εμφανίζονται με διαφορετικά ονόματα μπορεί να βασίζονται στην ίδια οικογένεια δεδομένων.
Παράλληλα, πηγές όπως Copernicus/C3S–ECMWF, Met Office–Hadley Centre και NASA/GISS–NASA ανήκουν στην ίδια θεσμική ή λειτουργική οικογένεια και δεν πρέπει να μετρώνται αυτομάτως ως διαφορετικές ανεξάρτητες επιβεβαιώσεις. Γι' αυτό δημιουργήσαμε και μια χαρτογράφηση των θεσμικών συγγενειών μεταξύ των πηγών. Το μήνυμα είναι σημαντικό και για τον δημοσιογράφο: η πολλαπλότητα των ονομάτων δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πολλαπλότητα ανεξάρτητων αποδείξεων. Χρειάζεται να γνωρίζουμε όχι μόνο ποιος δημοσιεύει ένα στοιχείο, αλλά και από πού προέρχεται το ίδιο το δεδομένο.
4. Πόσο δραματοποιημένη είναι η παρουσίαση του κλίματος;
Ιδίως στους τίτλους: χρησιμοποιούνται ουδέτερες διατυπώσεις ή γλώσσα που ενισχύει την αίσθηση φόβου, επείγοντος ή καταστροφής; Και έχει αλλάξει αυτό με τα χρόνια; Η ανάλυση των 1.108 τίτλων δείχνει ότι η δραματοποίηση είναι συχνή, αλλά όχι πάντοτε ακραία. Το 44,1% των τίτλων είναι ουδέτερο ή πραγματολογικό, ενώ το 36,6% περιλαμβάνει ήπια ενίσχυση. Στις πιο έντονες βαθμίδες, το 16,3% κατατάσσεται ως ισχυρή δραματοποίηση και το 2,9% ως ακραία δραματοποίηση ή clickbait. Συνολικά, στο 55,9% των τίτλων εμφανίζεται κάποια μορφή ενίσχυσης ή δραματοποίησης, ενώ το 19,2% ανήκει στις δύο υψηλότερες βαθμίδες.
Η διαχρονική εικόνα δείχνει ότι η ευρύτερη δραματοποίηση παραμένει περίπου στο 47%–51% την περίοδο 2020–2023, αλλά από το 2024 και μετά ξεπερνά σταθερά το 60%. Ειδικότερα, φθάνει στο 61,2% το 2024, 61,9% το 2025 και 60,2% το 2026. Άρα, η κλιματική θεματολογία παρουσιάζεται ολοένα και συχνότερα με γλώσσα που ενισχύει την αίσθηση επείγοντος, ανησυχίας ή έντασης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι τίτλοι είναι ακραίοι ή παραπλανητικοί. Η ακραία δραματοποίηση, όμως, παραμένει σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι «κραυγαλέοι» τίτλοι. Είναι περισσότερο η σταδιακή μετατόπιση της γλώσσας προς εντονότερη διατύπωση.
5. Αλλάζει η ίδια η γλώσσα της κλιματικής ενημέρωσης;
Μετακινούμαστε από τον όρο «κλιματική αλλαγή» προς τον όρο «κλιματική κρίση»; Πότε εμφανίζεται αυτή η αλλαγή, σε ποια μέσα και συνδέεται πράγματι με μεγαλύτερη δραματοποίηση ή απλώς με αλλαγή του θεσμικού λεξιλογίου;
Τα δεδομένα δείχνουν ότι ο όρος «κλιματική αλλαγή» παραμένει ο βασικός όρος της δημόσιας συζήτησης, όμως η «κλιματική κρίση» κερδίζει σταδιακά έδαφος. Η παρουσία της κλιματικής αλλαγής στο κείμενο των άρθρων παραμένει υψηλή σε όλη την περίοδο 2020–2026, από 83,3% το 2020 έως περίπου 69,5% το 2026. Αντίθετα, η κλιματική κρίση εμφανίζεται πολύ πιο περιορισμένα στην αρχή της περιόδου, αλλά αυξάνεται αισθητά: από 11,9% το 2020 φθάνει στο 34,4% το 2025 και στο 33,1% το 2026. Άρα, δεν βλέπουμε αντικατάσταση του βασικού όρου, αλλά μια σαφή μεταβολή του λεξιλογίου.
Η χρήση του όρου «κλιματική κρίση» εμφανίζεται συχνότερα στις εφημερίδες (35,7%) και στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα (33,3%), ενώ είναι χαμηλότερη στα ειδησεογραφικά portals (26,3%), στα οικονομικά/επιχειρηματικά μέσα (19,9%) και στα μέσα περιβάλλοντος/επιστήμης (19,2%). Ωστόσο, η χρήση του όρου δεν σημαίνει αυτομάτως και ακραία δραματοποίηση. Στους τίτλους που περιλαμβάνουν τον όρο «κλιματική αλλαγή», κάποια μορφή ενίσχυσης ή δραματοποίησης εμφανίζεται στο 28,2%, ενώ η ισχυρή ή ακραία δραματοποίηση περιορίζεται στο 2,6%. Στους τίτλους με τον όρο «κλιματική κρίση», η συνολική ενίσχυση ανεβαίνει στο 50,0%, αλλά η ισχυρή ή ακραία δραματοποίηση παραμένει σχετικά χαμηλή, στο 4,5%.
Συμπέρασμα: η άνοδος του όρου «κλιματική κρίση» συνδέεται περισσότερο με ενίσχυση του ύφους και με μεταβολή του δημόσιου και θεσμικού λεξιλογίου, παρά με μαζική στροφή σε ακραία δραματοποίηση ή clickbait.
6. Γιατί διαφέρουν τα μέσα στον τρόπο που παρουσιάζουν το θέμα;
Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε εφημερίδες, portals, τηλεόραση, οικονομικά μέσα και επιστημονικές/περιβαλλοντικές πηγές; Και μπορεί η μεγαλύτερη δραματοποίηση να σχετίζεται με την οικονομία της προσοχής ή με οικονομική ή αγοραία πλαισίωση;
Οι διαφορές μεταξύ των κατηγοριών μέσων είναι σαφείς. Οι εφημερίδες εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά ισχυρής ή ακραίας δραματοποίησης (28,6%) και ακολουθούν τα ειδησεογραφικά portals (24,5%). Χαμηλότερα βρίσκονται τα οικονομικά/επιχειρηματικά μέσα (14,0%), τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα (5,4%) και οι πηγές περιβάλλοντος/επιστήμης (3,6%).
Παράλληλα, οι πηγές περιβάλλοντος/επιστήμης εμφανίζουν τη μεγαλύτερη αναλογία υψηλής, ελέγξιμης τεκμηρίωσης (26,9%), ενώ τα οικονομικά και ραδιοτηλεοπτικά μέσα βρίσκονται χαμηλότερα. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο τύπος του μέσου συνδέεται με διαφορετικό τρόπο παρουσίασης, αλλά τα δεδομένα μας δεν αποδεικνύουν ακόμη το «γιατί». Η απλή υπόθεση ότι η δραματοποίηση γίνεται για να «κινηθεί η αγορά» δεν ενισχύεται από τη σύγκριση, αφού τα οικονομικά μέσα δεν είναι εκείνα που δραματοποιούν περισσότερο. Για να ελέγξουμε σοβαρά την οικονομία της προσοχής, θα χρειαστούν σε δεύτερη φάση δεδομένα όπως clicks, επισκεψιμότητα, engagement και εμπορική απόδοση.
Από το φαινόμενο στην είδηση — και από την είδηση στην κατανόηση
Η έρευνα αυτή όπως έγινε καρτανοητό δεν επιχειρεί να αποφανθεί ποιο μέσο «έχει δίκιο» και ποιο «έχει άδικο». Αναδεικνύει τελικώς κάτι ίσως σημαντικότερο. Οτι η επιστημονική γνώση δεν περνά αυτούσια στον δημόσιο λόγο. Ανάμεσα στο επιστημονικό δεδομένο και στον αναγνώστη παρεμβάλλονται η επιλογή της πληροφορίας, ο τίτλος, η εικόνα, η γλώσσα, η πηγή και ο τρόπος με τον οποίο εξηγείται η αιτία. Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη όλων μας.
Η κλιματική αλλαγή είναι μια πραγματικότητα που καταγράφεται και μελετάται επιστημονικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε καταστροφή μπορεί να αποδίδεται αυτόματα στην κλιματική αλλαγή ή σε ένα «ακραίο φαινόμενο». Συχνά πρέπει να διακρίνουμε το ίδιο το φυσικό φαινόμενο από τις συνέπειές του. Μια ισχυρή βροχή μπορεί να είναι ακραία. Μπορεί όμως και να μην είναι. Η καταστροφή που θα προκαλέσει εξαρτάται και από το πού και πάνω σε τι θα πέσει: από ένα μπαζωμένο ρέμα, μια λανθασμένη πολεοδομική επιλογή, ανεπαρκή αντιπλημμυρικά έργα, κακοτεχνίες, αποψίλωση, την έκθεση ανθρώπων και υποδομών. Το ίδιο μετεωρολογικό γεγονός δεν έχει τις ίδιες συνέπειες παντού. Γι' αυτό και δεν αρκεί μετά από κάθε καταστροφή να αναζητούμε την εξήγηση μόνο στον «ακραίο καιρό», στην «κλιματική κρίση» ή, ακόμη πιο απλουστευτικά, στη φύση και στον Θεό. Η φυσική επικινδυνότητα, η ανθρώπινη παρέμβαση, η έκθεση και η τρωτότητα συνυπάρχουν. Η σωστή ενημέρωση οφείλει να τα ξεχωρίζει.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, ίσως δυσκολότερο, ερώτημα. Η έρευνά μας έδειξε ότι αλλάζει όχι μόνο η συχνότητα ορισμένων όρων αλλά και ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για το κλίμα. Όταν η επιστημονική πληροφορία μεταφέρεται συνεχώς με όρους κρίσης, φόβου, καταστροφής ή «πρωτοφανούς», υπάρχει ο κίνδυνος η υπερβολή να λειτουργήσει τελικά αντίθετα από τον σκοπό της ενημέρωσης. Ο Ηράκλειτος μάς άφησε πριν από αιώνες μια απλή ιδέα: «τα πάντα ρει». Η φύση μεταβάλλεται, το κλίμα μεταβάλλεται και η επιστήμη προσπαθεί να διακρίνει μέσα σε αυτή τη συνεχή μεταβολή το φυσικό από το ανθρωπογενές, την τάση από τη διακύμανση και το πραγματικά πρωτοφανές από αυτό που απλώς παρουσιάζεται ως τέτοιο. Ίσως λοιπόν ένα από τα επόμενα ερευνητικά ερωτήματα πρέπει να είναι ακόμη πιο δύσκολο: Μπορεί ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε την κλιματική αλλαγή να ενισχύει, αντί να περιορίζει, την καχυποψία και την άρνησή της;
Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτό με τα σημερινά δεδομένα. Μπορούμε όμως να το θέσουμε. Γιατί η πρόκληση για τη δημοσιογραφία και την επιστήμη δεν είναι να κάνουν το φαινόμενο μεγαλύτερο ή μικρότερο από όσο είναι. Είναι να το κάνουν κατανοητό. Και ίσως τελικά εκεί βρίσκεται το ουσιαστικότερο συμπέρασμα αυτής της έρευνας: Η καλή επικοινωνία της επιστήμης δεν χρειάζεται ούτε φόβο ούτε ωραιοποίηση. Χρειάζεται ακρίβεια, τεκμηρίωση, μέτρο και, πάνω απ' όλα, εμπιστοσύνη στον αναγνώστη.
Δείτε την έρευνα εδώ
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Πρώην Υποδιοικητής ΕΜΥ και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect ©

































