Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να απεχθάνεται τον ΟΗΕ, δεν παύει όμως να εκτιμά το παγκόσμιο ακροατήριο που του προσφέρει στην πρεμιέρα της ετήσιας Γενικής του Συνέλευσης. Την περασμένη Τρίτη, δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να αυτοταπεινωθεί για μία ακόμη φορά μπροστά σε ολόκληρη την οικουμένη. Από το μαρμάρινο βήμα του διεθνούς οργανισμού, που ιδρύθηκε το 1945 «για να σώσει τις επόμενες γενιές από τη μάστιγα του πολέμου», ο Αμερικανός πρόεδρος διακήρυξε ότι σκέφτεται «να αφανίσει την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν» και δικαιολόγησε τη ληστρική αρπαγή του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας μετά την απαγωγή του προέδρου της Νικολάς Μαδούρο με το επιχείρημα ότι «τα λάφυρα ανήκουν στον νικητή». Ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος μίλησε την ίδια ημέρα από το ίδιο βήμα, απέσπασε ασυνήθιστα θερμό χειροκρότημα όταν κατήγγειλε εκείνους που θέλουν να επαναφέρουν στον διεθνή στίβο «τον νόμο της ζούγκλας». Δεν είπε ονόματα, αλλά όλοι κατάλαβαν.
«Χρυσή» πλάνη
Eχοντας κατά νουν το αμερικανικό εκλογικό σώμα ενόψει των εκλογών της 3ης Νοεμβρίου για το Κογκρέσο, ο Τραμπ μίλησε για τη «χρυσή εποχή της Αμερικής», την οποία υποτίθεται ότι ο ίδιος εξασφάλισε. Δυστυχώς γι’ αυτόν, οι Αμερικανοί δεν φαίνεται να αναγνωρίζουν τη μεγαλοσύνη του. Η δημοτικότητά του βρίσκεται στο ιστορικό ναδίρ του 32%. Το 71% των πολιτών έχει αρνητική εικόνα για την εξωτερική πολιτική του και απορρίπτει τις επιλογές του στον πόλεμο με το Ιράν, ενώ μόλις το 17% εγκρίνει τους χειρισμούς του για τη χαλιναγώγηση της ακρίβειας. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δίνουν στους Δημοκρατικούς προβάδισμα 8 έως 12 μονάδων ενόψει των εκλογών για το Κογκρέσο.
Εξίσου προβληματική διαγράφεται η θέση του στο εξωτερικό. Ο πόλεμος με το Ιράν μπαίνει σήμερα στον όγδοο μήνα του, χωρίς η Αμερική να έχει πετύχει κάποιον από τους αρχικούς στόχους της. Στο διάστημα αυτό, οι τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ αυξήθηκαν στις ΗΠΑ κατά 47% και 65% αντίστοιχα, εντείνοντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Στις 6 Σεπτεμβρίου, ο πρώην διευθυντής της CIA Ντέιβιντ Πετρέους δήλωσε, σε συνέντευξή του στο podcast Global Gambit, ότι οι ιρανικές επιθέσεις έχουν καταστήσει τις αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο «μη λειτουργικές» και ότι ο αμερικανικός στρατός έχει ήδη σπαταλήσει το 50% των αμυντικών πυραύλων του. Ασφαλώς ο Τραμπ δεν αγνοεί τη σκληρή πραγματικότητα των αριθμών, γι’ αυτό λίγες ώρες μετά τις απειλές και τις κομπορρημοσύνες της περασμένης Τρίτης ανακοίνωσε ότι εκπρόσωποί του είχαν νέο γύρο έμμεσων διαπραγματεύσεων με τους Ιρανούς στη Νέα Υόρκη προς αναζήτηση διπλωματικής λύσης.
Ανισορροπία
Ολα αυτά ενίσχυσαν τη διαπραγματευτική θέση του Σι Τζινπίνγκ κατά την τριήμερη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, αυτή την εβδομάδα. Η χώρα του είχε ήδη αποδείξει ότι μπορεί να μιλάει ως ίση προς ίση με τις ΗΠΑ, καθώς ο πόλεμος δασμών που εξαπέλυσε ο Τραμπ εναντίον της δεν απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας μεγεθύνθηκε ακόμη περισσότερο την τελευταία χρονιά, για να φτάσει στο 1,2 τρισ. δολάρια, ενώ οι ΗΠΑ ταλανίζονται με ένα εμπορικό έλλειμμα περίπου 900 δισ. δολαρίων και ένα εξωτερικό χρέος της τάξης των 40 τρισ. Η καθήλωση των ΗΠΑ στο ιρανικό ναρκοπέδιο αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τη διεθνή θέση τους προς όφελος του μεγάλου ανταγωνιστή τους. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, προκειμένου να μη δυσαρεστήσει τον Σι και να πετύχει δίμηνη παράταση της εκεχειρίας που συνομολογήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο στον εμπορικό πόλεμο με το Πεκίνο, ο Τραμπ κατάπιε ασχολίαστη την αποκάλυψη της Wall Street Journal ότι η Κίνα είχε βοηθήσει, με δορυφορικές εικόνες, το Ιράν στη θεαματική επίθεσή του εναντίον αμερικανικής αεροπορικής βάσης στην Ιορδανία, τον Ιούλιο, που σκότωσε τρεις Αμερικανούς.
Ελλείψει άμεσης στρατιωτικής λύσης, η κυβέρνηση Τραμπ προσπάθησε να πιέσει το Ιράν με την εκστρατεία αεροπορικού αποκλεισμού που εξήγγειλε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και με την εντατικοποίηση των προσπαθειών του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ. Σε αυτό το μέτωπο σημείωσαν ορισμένες τακτικές επιτυχίες, καθώς αυξήθηκε ο αριθμός των τάνκερ που περνούν καθημερινά από τα Στενά, αν και παραμένει πολύ μικρότερος από τα προ του πολέμου επίπεδα. Τα περιορισμένα κέρδη τους, όμως, ωχριούν μπροστά στη δραματική επέκταση της κρίσης από τον Περσικό Κόλπο στην Ερυθρά Θάλασσα, με την αιφνιδιαστική προέλαση των φιλοϊρανών ανταρτών Χούθι στην Υεμένη.
Δεύτερο μπλόκο
Μέσα σε μόλις 48 ώρες, η πολιτοφυλακή Ανσάρ Αλάχ (Υποστηρικτές του Θεού), όπως είναι το επίσημο όνομα των Χούθι, κατέλαβε το λιμάνι της Μόκα και στρατηγικής σημασίας νησιά στη δυτική ακτή της Υεμένης, αποκτώντας ντε φάκτο έλεγχο στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Μπαμπ αλ Μαντέμπ, ανάμεσα στην Αραβική Χερσόνησο και στο Κέρας της Αφρικής, την πύλη ανάμεσα στον Κόλπο του Αντεν και στην Ερυθρά Θάλασσα. Η εξέλιξη αυτή επέφερε μέγα πλήγμα στη Σαουδική Αραβία, η οποία, μετά τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, είχε βρει εναλλακτική λύση τη μεταφορά τους μέσω του Μπαμπ αλ Μαντέμπ. Τώρα και οι δύο δίοδοι, μέσω των οποίων διοχετεύεται αθροιστικά το ένα τρίτο των παγκοσμίων υδρογονανθράκων, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστοί για το βασίλειο.
Πολλοί αναρωτήθηκαν πώς είναι δυνατόν η Σαουδική Αραβία, μια χώρα με κατά κεφαλήν εισόδημα 40.000 δολάρια και 350 αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη, να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τα ξυπόλυτα τάγματα των Χούθι, στη φτωχή Υεμένη, όπου το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι γύρω στα 400 δολάρια. Ωστόσο οι απλουστευτικές συγκρίσεις αγνοούν ότι οι Χούθι είναι βαθιά ριζωμένοι στους σιίτες της Υεμένης (γύρω στο 35% του πληθυσμού), ελέγχουν το 40% του εδάφους της, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Σαναά, και το 65% του πληθυσμού της, ενώ έχουν προμηθευθεί από το Ιράν βαλλιστικούς πυραύλους Κρουζ και εξελιγμένα drones, κάποια από τα οποία έπληξαν το μεγαλύτερο διυλιστήριο του πετρελαϊκού κολοσσού Aramco το 2019. Η Σαουδική Αραβία δεν κατάφερε να τους υποτάξει παρά τη λυσσαλέα εκστρατεία αεροπορικών βομβαρδισμών που εξαπέλυσε επί επτά χρόνια, παρεμβαίνοντας στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης υπέρ των δυνάμεων που ελέγχουν το νότιο και το ανατολικό τμήμα της χώρας, για να αναγκαστεί να υπογράψει συμφωνία εκεχειρίας μαζί τους, το 2022.
Ενας πρόσθετος παράγοντας που φαίνεται ότι διαδραμάτισε ρόλο στην αστραπιαία προέλαση των Χούθι είναι η διάσπαση των αντιπάλων τους ανάμεσα στις δυνάμεις της κυβέρνησης του Αντεν, που βρίσκονται στο μισθολόγιο της Σαουδικής Αραβίας, και στο αποσχιστικό κίνημα των νοτίων περιοχών, που υποστηρίζεται από τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι δύο αραβικές χώρες του Κόλπου ήρθαν μάλιστα σε ένοπλη σύγκρουση στα τέλη του περασμένου χρόνου, με αποτέλεσμα να αποσυρθούν τα Εμιράτα από την Υεμένη και να διαλυθεί το αποσχιστικό Μεταβατικό Συμβούλιο του Νότου. Σε κάθε περίπτωση, η προέλαση των Χούθι προκάλεσε πανικό στο Ριάντ και ο ντε φάκτο ηγέτης του βασιλείου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τηλεφώνησε επανειλημμένως στον Τραμπ, ζητώντας του άμεση στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ, κάτι που ο Αμερικανός ηγέτης για την ώρα αποφεύγει, για να μην εκθέσει σε δύο μέτωπα (Περσικό και Ερυθρά Θάλασσα) τον ήδη καταπονημένο στρατό του.
Ο συμβιβασμός
Σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs, ο Ρίτσαρντ Χάας, ομότιμος πρόεδρος του αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, υποστηρίζει ότι η παράταση της αποτελμάτωσης στο Ιρανικό δεν είναι πλέον βιώσιμη, καθώς το πετρέλαιο μπορεί σύντομα να πετάξει στα 150 ή και στα 200 δολάρια, φέρνοντας πραγματική καταστροφή στην παγκόσμια οικονομία. Κατά την άποψή του ο Τραμπ οφείλει να επιλέξει το λιγότερο κακό: μια διπλωματική λύση τόσο με το Ιράν όσο και με τους Χούθι, η οποία «απαιτεί επώδυνους συμβιβασμούς από Ουάσιγκτον και Ριάντ», συμπεριλαμβανομένων κάποιων «λογικών τελών διέλευσης» στο Ορμούζ. Το αν ο Τραμπ ακούσει, τελικά, αυτές τις φωνές ή επιλέξει μια τυχοδιωκτική φυγή προς τα εμπρός, θα το μάθουμε, πιθανότατα, μετά τις αμερικανικές εκλογές.
(Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την «Καθημερινή» της Κυριακής)





























