Οι τρεις διορισθέντες δικηγόροι του κατηγορούμενου πρώην υπεύθυνου σιδηροδρομικών συστημάτων στην ΕΡΓΟΣΕ , Παναγιώτη Κουζή, έλαβαν τη δικογραφία και δήλωσαν έτοιμοι να προχωρήσουν στη διαδικασία.
Μάλιστα τοποθετήθηκε και ο ίδιος ο Παναγιώτης Κουζής, δηλώνοντας ότι δεν θα σταθεί εμπόδιο στη συνέχιση της δίκης.
Αντιπαράθεση
Η πρώτη αντιπαράθεση σημειώθηκε μεταξύ της Ζωής Κωνσταντοπούλου και της προέδρου του δικαστηρίου.
Η κ. Κωνσταντοπούλου δεν ήταν στην αίθουσα όταν η πρόεδρος θέλησε να της δώσει τον λόγο. Νωρίτερα μια συνεργάτιδα της Κωνσταντοπούλου είχε ένα μικρό ατύχημα και διακομίστηκε με ΕΚΑΒ σε νοσοκομείο.
Η κυρία Κωνσταντοπούλου ζήτησε αυτό το ανθρώπινο γεγονός να μην αποτελέσει αφορμή για σπέκουλα σε βάρος της. Στην τοποθέτηση της επί της εισαγγελικής πρότασης έκανε λόγο για παράλληλη παραδιαδικασία παρεμπόδισης όλων των δικών και αναφέρθηκε στη δίκη για τα βίντεο που αναβλήθηκε επ' αόριστον, χωρίς ακόμα να έχουν λάβει την απόφαση, αν και έχουν περάσει τρεις μήνες
Η Πρόεδρος της απάντησε: «Μιλάτε για μια άλλη δίκη και σας περιμένουμε να τοποθετηθείτε για αυτή την δική επί της πρότασης. Το δικαστήριο σας αντιμετωπίζει με ευγένεια».
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ζήτησε να κληθούν ως μάρτυρες και η Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και ο τότε Υπουργός Μεταφορών, Κώστας Κυρανάκης, για το ζήτημα της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας από το δημόσιο μόνο για τους τρεις σταθμάρχες και τον επιθεωρητή τους.
Συντάχθηκαν με την εισαγγελική πρόταση
Στις τοποθετήσεις τους οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων συντάχθηκαν με τον πυρήνα της εισαγγελικής πρότασης να επιφυλαχθεί η έδρα επί των αιτημάτων. Διαφωνίες εξέφρασαν συνήγοροι προεξάρχοντος του κ. Τζανετή, συνήγορο του πρώην προέδρου του ΟΣΕ στην αναβάθμιση ανθρωποκτονιών με ενδεχόμενο δόλο διότι είναι αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου (Μικτού Ορκωτού).
Επίσης ο κ. Τζανετής ανέλυσε νομικά το θέμα της αμέλειας και του ενδεχομένου δόλου.
Με την εισαγγελική πρόταση συντάχθηκε η πλειοψηφία των συνηγόρων υπεράσπισης με τον κ. Παπαδέλη, δικηγόρο στελεχών της ΕΡΓΟΣΕ να αναρωτιέται για τους λόγους για τους οποίους η κατηγορία ασκήθηκε για στελέχη από το 2016 και μετά και όχι από το 2014.































