Καθώς τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ και ο Καναδάς προχωρούν στην υλοποίηση της δέσμευσής τους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα βρεθούν τα απαραίτητα κονδύλια, αλλά αν η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει αυτή τη χρηματοδότηση σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση για τη δημιουργία μιας Τράπεζας Άμυνας, Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας (Defence, Security and Resilience Bank – DSRB), με τον συντονισμό του Καναδά, παρουσιάζεται ως μια σοβαρή πρωτοβουλία για τη στήριξη των αμυντικών επενδύσεων. Ωστόσο, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η πρωτοβουλία αυτή δεν αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας: την έλλειψη κοινής και συντονισμένης ζήτησης.
Το πρόβλημα της ευρωπαϊκής επανεξοπλιστικής προσπάθειας δεν είναι πρωτίστως η έλλειψη κεφαλαίων ούτε η απροθυμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν τον αμυντικό τομέα. Η αδυναμία εντοπίζεται στο γεγονός ότι οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να προχωρούν σε εθνικές προμήθειες, να ευνοούν τις εγχώριες βιομηχανίες και να κατακερματίζουν τις παραγγελίες. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του κόστους, η δημιουργία παράλληλων και συχνά επικαλυπτόμενων εξοπλιστικών προγραμμάτων και η διατήρηση της εξάρτησης της Ευρώπης από τις στρατηγικές δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του αμυντικού κλάδου, το πρόβλημα της χρηματοδότησης συνδέεται άμεσα με την απουσία μακροπρόθεσμης και αξιόπιστης ζήτησης. Οι εταιρείες είναι διατεθειμένες να επενδύσουν σε νέες γραμμές παραγωγής και σε τεχνολογικές υποδομές μόνο όταν υπάρχουν δεσμευτικές παραγγελίες, κοινά πρότυπα και προβλέψιμα προγράμματα προμηθειών. Παρά το γεγονός ότι η DSRB θα μπορούσε να συμβάλει στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές αμυντικές επιχειρήσεις, αρκετοί ειδικοί προειδοποιούν ότι, εάν η νέα τράπεζα διοχετεύσει κεφάλαια προς εθνικούς προμηθευτές χωρίς να επιβάλει κοινές διαδικασίες προμηθειών, κινδυνεύει να ενισχύσει τις ήδη υπάρχουσες στρεβλώσεις, χρηματοδοτώντας περισσότερες εθνικές γραμμές παραγωγής και μεγαλύτερο κατακερματισμό.
Σύμφωνα με την ίδια κριτική, πίσω από την απροθυμία πολλών κυβερνήσεων να προχωρήσουν σε κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες δεν βρίσκονται μόνο ζητήματα εθνικής κυριαρχίας ή βιομηχανικής πολιτικής. Επικριτές του σημερινού συστήματος επισημαίνουν ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα συνδέονται διαχρονικά με ισχυρά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, ενώ η διαχείριση τεράστιων αμυντικών προϋπολογισμών σε εθνικό επίπεδο έχει κατά καιρούς οδηγήσει σε υποθέσεις διαφθοράς και καταγγελίες για παράνομες προμήθειες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Κατά τους ίδιους, η μετάβαση σε ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα προμηθειών θα περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια πολιτικών παρεμβάσεων και αδιαφανών πρακτικών.
Ως εναλλακτική λύση προτείνεται η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Άμυνας (European Defence Mechanism – EDM), ενός διακυβερνητικού φορέα που θα αναλαμβάνει τον κοινό σχεδιασμό και την απόκτηση στρατηγικών αμυντικών μέσων, θα εκδίδει κοινό χρέος και θα επιβάλλει οικονομίες κλίμακας, τυποποίηση και μεγαλύτερο ανταγωνισμό στις προμήθειες. Η πρωτοβουλία αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει όχι μόνο τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και άλλους ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία και ο Καναδάς.
Το συμπέρασμα, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι ότι τα χρήματα για την άμυνα θα υπάρξουν. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να διοχετευθούν μέσω των ίδιων εθνικών μηχανισμών που δημιούργησαν τις σημερινές αδυναμίες. Η νέα τράπεζα μπορεί να προσφέρει κάποια βοήθεια, αλλά χωρίς ένα κοινό και συντονισμένο πλαίσιο ζήτησης κινδυνεύει να αποτελέσει ακόμη μία χρηματοοικονομική λύση σε ένα παλιό ευρωπαϊκό πρόβλημα: όλοι συμφωνούν ότι η Ευρώπη πρέπει να επανεξοπλιστεί από κοινού, αλλά στο τέλος επιμένουν να αγοράζουν εθνικά.
































