Διανύουμε αισίως την δεύτερη εβδομάδα του Ιουλίου και άπαντες αρχίζουν να αναρωτιούνται πότε θα δούμε την θερμοκρασία σε ράλι ανόδου και αν προβλέπεται η εμφάνιση καύσωνα τις προσεχείς μέρες δεδομένου ότι η χώρα μας την γλίτωσε από τις θερμοκρασίες ρεκόρ που ταλαιπώρησαν την κεντρική Ευρώπη.
Στο πλαίσιο αυτό εξαιρετικά κατατοπιστική είναι η ανάρτηση του μετεωρολόγου Νίκου Καντερέ που αναλύει τι είναι πραγματικά ο «καύσωνας» και πότε οι θερμοκρασίες δικαιολογούν να επικαλούμαστε ένα τέτοιο φαινόμενο. Όπως αναφέρει, η ΕΜΥ υιοθέτησε έναν πρακτικό ορισμό ώστε να υπάρχει κοινή γραμμή στην πρόγνωση του καιρού. Σύμφωνα με αυτόν, καύσωνας θεωρείται η περίοδος κατά την οποία η μέγιστη θερμοκρασία σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας φτάνει τους 37 έως 38 βαθμούς Κελσίου και οι τιμές αυτές διατηρούνται για τρεις έως τέσσερις συνεχόμενες ημέρες. Η κατάσταση αυτή συνδέεται πάντα με θερμή εισβολή αερίων μαζών από τη βόρεια Αφρική στα χαμηλά στρώματα της ατμόσφαιρας.
Όταν ο υδράργυρος ξεπερνά τους 40 έως 42 βαθμούς Κελσίου, τότε πρόκειται για ισχυρότερο επεισόδιο καύσωνα, με σημαντικά αυξημένες επιπτώσεις τόσο στην ανθρώπινη υγεία όσο και στο περιβάλλον. Ο Νίκος Καντερές επισημαίνει ακόμη ότι η αίσθηση της ζέστης δεν εξαρτάται μόνο από τη θερμοκρασία. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η υγρασία, η άπνοια, αλλά και οι τοπικοί άνεμοι, όπως οι καταβάτες, που μπορούν να ανεβάσουν αισθητά τη θερμοκρασία σε ορισμένες περιοχές. Αντίθετα, στα νησιά οι θερμοκρασίες είναι συνήθως χαμηλότερες και τα έντονα επεισόδια καύσωνα εμφανίζονται σπανιότερα. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι συχνά γίνεται κατάχρηση του όρου, καθώς θερμοκρασίες της τάξης των 34 έως 36 βαθμών χαρακτηρίζονται πολλές φορές λανθασμένα ως καύσωνας, ενώ στην πραγματικότητα δεν πληρούν τα βασικά μετεωρολογικά κριτήρια.
Μάλιστα κάνοντας μια αναδρομή στα ιστορικά επεισόδια υψηλών θερμοκρασιών, σημειώνει ότι οι πιο έντονοι καύσωνες των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών καταγράφηκαν τα έτη 1987, 1988 και 2007, ενώ ιδιαίτερα θερμές περίοδοι σημειώθηκαν επίσης το 1998, το 2012 και το 2017.
Η ανάρτηση του Νίκου Καντερέ
Η λέξη καύσωνας δεν υπάρχει στο μετεωρολογικό λεξικό. Εντούτοις όμως καθιερώθηκε, καθώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια χρησιμοποιείτο εκείνη την εποχή από τις εφημερίδες. Η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία ανταποκρινόμενη και για την ενημέρωση του κοινού αναγκάστηκε να προσαρμοσθεί. Έτσι με τη προβολή των πρώτων δελτίων καιρού από την τηλεόραση έδωσε τον παρακάτω πρακτικό κανόνα.
Οι διευθυντές πρόγνωσης, κλιματολογίας, αεροναυτικής, συνοπτικής μετεωρολογίας μαζί με τους παρουσιαστές καιρού συμφώνησαν όταν η μέγιστη θερμοκρασία τις μεσημεριανές ώρες σε κάποιες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας φθάνει τους 37 με 38 βαθμούς Κελσίου και σημειώνεται για 3 με 4 συνεχόμενες ημέρες να θεωρείται ότι η Ελλάδα βρίσκεται υπό την επίδραση του καύσωνα. Πάντοτε οφείλεται σε θερμή εισβολή στα χαμηλά στρώματα της ατμόσφαιρας (850 hPa) από τη βόρεια Αφρική. Πάνω από τα όρια εισόδου του καύσωνα θερμοκρασίες των 40, 42 βαθμών και άνω ο καύσωνας είναι ισχυρότερος.
Πέραν από τις τιμές της θερμοκρασίας καθοριστικό ρόλο στην αίσθηση της ζέστης παίζει η υγρασία, η άπνοια κλπ. Πολλές φορές η τιμή της θερμοκρασίας σε κάθε περιοχή είναι διαφορετική και έχει σχέση με τον τοπικό άνεμο, όταν αυτός είναι "καταβάτης". Στη νησιωτική Ελλάδα οι τιμές είναι μικρότερες και σπάνια σημειώνονται.
Τιμές όμως των 34 και 36 βαθμών χαρακτηρίζονται σαν καύσωνας. Υπάρχει βέβαια και ο δείκτης δυσφορίας που υπολογίζεται με βάση μετεωρολογικές παραμέτρους, οι τιμές αυτές όμως δυσκολεύουν παρά βοηθούν την ενημέρωση του κοινού. Οι χειρότεροι καύσωνες στη χώρα μας τα τελευταία 40 χρόνια καταγράφηκαν στα έτη 1987, 1988, 2007 και με μικρότερη ένταση στα 1998, 2012 και 2017.

































