Ο καύσωνας που σαρώνει αυτές τις ημέρες μεγάλο μέρος της Ευρώπης δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο.
Όπως αναφέρει το Earth.org, σύμφωνα με νέα ανάλυση της διεθνούς επιστημονικής ομάδας World Weather Attribution (WWA), πρόκειται για το ισχυρότερο κύμα ζέστης που έχει καταγραφεί ποτέ στην ήπειρο και για ένα φαινόμενο που, πριν από μισό αιώνα, θα ήταν «ουσιαστικά αδύνατο» να συμβεί.
Η έρευνα ενισχύει ακόμη περισσότερο τα επιστημονικά δεδομένα που συνδέουν άμεσα την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή με την αυξανόμενη συχνότητα και ένταση των ακραίων θερμικών φαινομένων.
Η βόρεια, δυτική και κεντρική Ευρώπη βιώνουν πρωτοφανείς θερμοκρασίες, με πολλές χώρες να ενεργοποιούν κόκκινους συναγερμούς λόγω της επικινδυνότητας των συνθηκών.
Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία, ακόμη και η Ουγγαρία και η Πολωνία, καταγράφουν θερμοκρασίες που ανατρέπουν ιστορικά ρεκόρ, ενώ οι επιπτώσεις γίνονται ήδη αισθητές τόσο στα συστήματα υγείας όσο και στις ενεργειακές υποδομές και την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η μελέτη της World Weather Attribution αξιοποιεί τη μεθοδολογία των λεγόμενων attribution studies, ενός επιστημονικού πεδίου που εξετάζει κατά πόσο η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει την πιθανότητα εμφάνισης ενός ακραίου καιρικού γεγονότος.
Οι ερευνητές συνδυάζουν ιστορικά μετεωρολογικά δεδομένα, σύγχρονες παρατηρήσεις και κλιματικά μοντέλα, συγκρίνοντας τον σημερινό πλανήτη, ο οποίος είναι κατά περίπου 1,4 βαθμούς Κελσίου θερμότερος σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή, με το κλίμα προηγούμενων δεκαετιών.
Ο φετινός καύσωνας συγκρίθηκε με τα καλοκαίρια του 1976 και του 2003, δύο χρονιές που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ορόσημα για τις ακραίες θερμοκρασίες στην Ευρώπη. Το 1976, όπου σημειώθηκαν ορισμένα από τα προηγούμενα ευρωπαϊκά ρεκόρ, ένας τέτοιος καύσωνας θα ήταν «σχεδόν αδύνατος», κατέληξαν στο συμπέρασμα οι επιστήμονες. Σε σύγκριση με το 2003, όταν σημειώθηκε ο πρώτος ευρωπαϊκός καύσωνας αυτού του αιώνα, οι πιθανότητες να συμβεί ένας καύσωνας σαν αυτόν που βιώνουμε ήταν «δεκάδες έως εκατοντάδες φορές» λιγότερες.
Θερμικό στρες του οργανισμού
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της ανάλυσης αφορά τον δείκτη Wet Bulb Globe Temperature (WBGT), ο οποίος χρησιμοποιείται διεθνώς για να εκτιμηθεί το θερμικό στρες που δέχεται ο ανθρώπινος οργανισμός.
Σε αντίθεση με τη συμβατική θερμοκρασία αέρα, ο συγκεκριμένος δείκτης συνυπολογίζει και την υγρασία, την ηλιακή ακτινοβολία και τον άνεμο, αποτυπώνοντας πολύ πιο ρεαλιστικά τις συνθήκες που αντιμετωπίζει το ανθρώπινο σώμα.
Οι επιστήμονες υπολόγισαν ότι το 45% των 854 ευρωπαϊκών πόλεων με πληθυσμό άνω των 50.000 κατοίκων είτε έχει ήδη καταρρίψει, είτε αναμένεται να καταρρίψει μέσα στην εβδομάδα το ιστορικό του ρεκόρ στον συγκεκριμένο δείκτη.
Πρόκειται για μια ένδειξη ότι δεν αυξάνονται μόνο οι θερμοκρασίες, αλλά και το πραγματικό βιολογικό φορτίο που καλείται να διαχειριστεί ο ανθρώπινος οργανισμός.
Όσο αυξάνεται η υγρασία, τόσο δυσκολεύεται η εξάτμιση του ιδρώτα, δηλαδή ο βασικός μηχανισμός ψύξης του σώματος. Όταν η θερμοκρασία προσεγγίζει τους 35 βαθμούς Κελσίου, το θεωρητικό όριο αντοχής του ανθρώπου σε συνθήκες ακραίας ζέστης και πολύ υψηλής υγρασίας, η φυσική θερμορρύθμιση ουσιαστικά καταρρέει. Από εκεί και πέρα, η θερμοκρασία του σώματος μπορεί να αυξηθεί ταχύτατα, οδηγώντας σε θερμοπληξία και, χωρίς άμεση ιατρική παρέμβαση, ακόμη και στον θάνατο.
Η νέα έρευνα καταγράφει επίσης μια ακόμη ανησυχητική τάση: οι υψηλότερες ημερήσιες θερμοκρασίες στην Ευρώπη αυξάνονται περίπου τρεις φορές ταχύτερα από τον μέσο ρυθμό της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, ενώ οι νυχτερινές θερμοκρασίες αυξάνονται με περίπου διπλάσιο ρυθμό.
Οι θερμές νύχτες αποτελούν έναν από τους πλέον υποτιμημένους κινδύνους των σύγχρονων καυσώνων. Όταν η θερμοκρασία δεν πέφτει μετά τη δύση του ήλιου, το ανθρώπινο σώμα δεν προλαβαίνει να ανακάμψει από τη θερμική καταπόνηση της ημέρας.
Η χρόνια έλλειψη νυχτερινής δροσιάς επιβαρύνει την καρδιαγγειακή λειτουργία, διαταράσσει τον ύπνο, επηρεάζει τη γνωστική απόδοση και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο θανάτου.
Μελέτη του Chinese University of Hong Kong έχει δείξει ότι πέντε συνεχόμενες νύχτες με θερμοκρασίες άνω των 28 βαθμών Κελσίου αυξάνουν τη θνησιμότητα κατά 6,66%.
Δεν χρησιμοποιούνται κλιματιστικά
Η προσαρμογή σε αυτή τη νέα πραγματικότητα παραμένει άνιση. Ενώ περίπου το 90% των νοικοκυριών στις Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτει κλιματισμό και στην Κίνα το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 60%, στην Ευρώπη περιορίζεται περίπου στο 10%.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια άνθρωποι, ιδιαίτερα ηλικιωμένοι, άτομα με προβλήματα υγείας και κάτοικοι πυκνοδομημένων αστικών περιοχών, παραμένουν εκτεθειμένοι σε ολοένα πιο επικίνδυνες θερμικές συνθήκες.
Η ανάγκη προσαρμογής αφορά πλέον και τις ίδιες τις πόλεις.
Πρόσφατη έκθεση της ανεξάρτητης Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμά ότι το 92% των υφιστάμενων κατοικιών στη χώρα είναι πιθανό να υπερθερμαίνεται κατά τη διάρκεια ισχυρών καυσώνων.
Η προειδοποίηση αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο πρόβλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη: τα περισσότερα κτίρια και οι αστικές υποδομές σχεδιάστηκαν για ένα κλίμα που πλέον δεν υπάρχει.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρώπη χαρακτηρίζεται πλέον ως η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος του πλανήτη. Μέσα στις τελευταίες δύο δεκαετίες, η θνησιμότητα που σχετίζεται με τη ζέστη έχει αυξηθεί κατά περίπου 30%, ενώ μόνο το 2023 εκτιμάται ότι σχεδόν 48.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας των ακραίων θερμοκρασιών.
Για τους επιστήμονες, τα ευρήματα της νέας ανάλυσης δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη ένδειξη της κλιματικής αλλαγής, αλλά μια προειδοποίηση ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή όπου τα ακραία κύματα ζέστης δεν θα αποτελούν εξαιρέσεις, αλλά ολοένα συχνότερο χαρακτηριστικό των καλοκαιριών της.
Από τον Οκτώβριο του 2023 μια μελέτη είχε προειδοποιήσει ότι τα επίπεδα θερμότητας και υγρασίας θα φτάσουν σε θανατηφόρα επίπεδα για ώρες, ημέρες, ακόμη και εβδομάδες σε ορισμένα μέρη του κόσμου μέχρι το τέλος του αιώνα, καθιστώντας αδύνατη την παραμονή σε εξωτερικούς χώρους.





























