Νέοι και αυστηρότεροι κανόνες μπαίνουν στην πολιτική διαφήμιση στην Ελλάδα, με μεγαλύτερο έλεγχο στο ποιος πληρώνει, ποιος διαφημίζεται και με ποιον τρόπο οι πολιτικές διαφημίσεις φτάνουν στους πολίτες, ιδιαίτερα μέσω του διαδικτύου. Το νέο πλαίσιο προβλέπεται στο Προεδρικό Διάταγμα 59/2026, το οποίο δημοσιεύθηκε χθες στο ΦΕΚ και εφαρμόζει στην Ελλάδα τον ευρωπαϊκό Κανονισμό 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης.
Οι πάροχοι και οι εκδότες πολιτικών διαφημίσεων μπαίνουν πλέον κάτω από αυστηρότερο έλεγχο. Θα πρέπει να τηρούν τα προβλεπόμενα αρχεία, να ακολουθούν τους κανόνες επισήμανσης και διαφάνειας κάθε πολιτικής διαφήμισης και να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για τις ανακοινώσεις διαφάνειας και τις σχετικές εκθέσεις. Μεγαλύτερη προσοχή δίνεται στις πολιτικές διαφημίσεις στο ίντερνετ και ιδιαίτερα στις τεχνικές με τις οποίες μια διαφήμιση στοχεύει συγκεκριμένες κατηγορίες χρηστών. Την εποπτεία αυτού του κομματιού αναλαμβάνει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Στη βάση αυτή, προβλέπονται μηχανισμοί μέσω των οποίων θα μπορούν να γνωστοποιούνται πολιτικές διαφημίσεις που δεν ακολουθούν τους κανόνες, ενώ οι απαραίτητες πληροφορίες θα πρέπει να διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές. Το νέο πλαίσιο αγγίζει και το οικονομικό κομμάτι της πολιτικής διαφήμισης. Οι εκδότες πολιτικών διαφημίσεων πρέπει να δίνουν στις αρμόδιες επιτροπές στοιχεία για τα χρήματα ή άλλες παροχές που λαμβάνουν ως πληρωμή για τις υπηρεσίες τους. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες που αφορούν τη στόχευση και την παράδοση διαφημίσεων. Οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να δίνονται συγκεντρωτικά για κάθε εκστρατεία.
Το μεγάλος βάρος δίνεται στην προεκλογική περίοδο. Το νέο πλαίσιο βάζει συγκεκριμένους περιορισμούς στο ποιος μπορεί να αγοράζει ή να χρησιμοποιεί υπηρεσίες πολιτικής διαφήμισης. Οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να παρέχονται σε ανάδοχο ή σε πάροχο που ενεργεί για λογαριασμό αναδόχου, εφόσον ο ανάδοχος δηλώνει ότι είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή πολίτης τρίτης χώρας που ζει μόνιμα στην ΕΕ και έχει δικαίωμα ψήφου σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου κατοικεί. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα για νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά με συγκεκριμένους περιορισμούς ως προς το εάν ανήκουν ή ελέγχονται από πρόσωπα ή εταιρείες τρίτων χωρών.
Οι συγκεκριμένοι περιορισμοί ισχύουν για τους τρεις μήνες πριν από τις ευρωεκλογές, τις δημοτικές και τις περιφερειακές εκλογές. Για τις εθνικές εκλογές ισχύουν τους τρεις μήνες πριν από τη λήξη της θητείας της Βουλής ή, εάν η Βουλή διαλυθεί νωρίτερα, από την επομένη της δημοσίευσης του σχετικού διατάγματος μέχρι την ημέρα των εκλογών. Αντίστοιχη πρόβλεψη υπάρχει και για τα δημοψηφίσματα.
Τι πρόστιμα προβλέπονται
Για παραβάσεις συγκεκριμένων υποχρεώσεων του ευρωπαϊκού Κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν αρχικά να κάνουν σύσταση στον παραβάτη. Μπορούν όμως να προχωρήσουν και σε χρηματική κύρωση από 3% έως 6% του ετήσιου εισοδήματος ή του προϋπολογισμού του αναδόχου ή του παρόχου πολιτικής διαφήμισης. Μάλιστα, λαμβάνεται υπόψη όποιο από τα δύο ποσά είναι υψηλότερο. Αυτό σημαίνει ότι για έναν μεγάλο πάροχο ή μια οικονομικά ισχυρή οντότητα το τελικό ποσό μπορεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό.
Το πρόστιμο δεν αποφασίζεται στην τύχη. Για να καθοριστεί η ποινή εξετάζεται πρώτα πόσο σοβαρή ήταν η παράβαση, πόσο κράτησε και εάν έχει ξαναγίνει. Εξετάζεται επίσης εάν ο παραβάτης ενήργησε σκόπιμα ή από αμέλεια, εάν προσπάθησε στη συνέχεια να περιορίσει τη ζημιά που προκάλεσε, εάν έχει προηγούμενες παραβάσεις και πόσο συνεργάστηκε με τις αρμόδιες αρχές. Στον υπολογισμό της ποινής παίζει ρόλο ακόμη και το οικονομικό μέγεθος του παραβάτη και η δυνατότητά του να πληρώσει την κύρωση.
Ακόμη πιο αυστηρό γίνεται το πλαίσιο όταν οι εκλογές βρίσκονται πολύ κοντά. Για συγκεκριμένες παραβάσεις που αφορούν πολιτική διαφήμιση η χρηματική ποινή είναι υποχρεωτική όταν η διαφήμιση δημοσιεύεται ή διαδίδεται μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από εκλογές ή δημοψήφισμα και απευθύνεται στους πολίτες της χώρας όπου πραγματοποιείται η ψηφοφορία. Ξεχωριστές και ιδιαίτερα αυστηρές κυρώσεις προβλέπονται για παραβάσεις των κανόνων που αφορούν τη διαδικτυακή στόχευση και παράδοση πολιτικών διαφημίσεων. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να επιβληθούν πρόστιμα με βάση το καθεστώς του GDPR και τα όρια που προβλέπει ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Οι αρχές δεν μπορούν, πάντως, να επιβάλλουν ένα πρόστιμο χωρίς προηγουμένως να ακούσουν την άλλη πλευρά. Πριν εκδοθεί η απόφαση, πρέπει να δοθεί στον ελεγχόμενο η δυνατότητα να παρουσιάσει τις απόψεις του για τις παραβάσεις που του αποδίδονται, είτε γραπτώς είτε προφορικά. Η τελική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη και να κοινοποιηθεί χωρίς καθυστέρηση στον ενδιαφερόμενο. Μάλιστα, μέχρι να γίνει αυτή η κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή δεν επιτρέπεται να δημοσιοποιήσει την απόφαση ή μέρος της σε τρίτους. Τα πρόστιμα καταβάλλονται υπέρ του Δημοσίου.
Όποιος διαφωνεί με την απόφαση της αρμόδιας αρχής έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η προσφυγή, όμως, δεν «παγώνει» από μόνη της την απόφαση. Για να ανασταλεί η εκτέλεσή της χρειάζεται σχετικό αίτημα του ενδιαφερομένου και απόφαση του δικαστηρίου. Υπάρχει και μία ακόμη σημαντική οικονομική προϋπόθεση. Όταν κάποιος προσφεύγει κατά απόφασης που του επιβάλλει πρόστιμο, για να συζητηθεί η αίτηση ακύρωσης πρέπει να καταθέσει ποσό ίσο με το 15% του προστίμου, με ανώτατο όριο τις 200.000 ευρώ.




























