Απαντώντας στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει πραγματική θεσμική εμπιστοσύνη απέναντι σε μια κυβέρνηση που έχει συνδεθεί με διαδοχικές υποθέσεις αδιαφάνειας, παρακολούθησης και συγκάλυψης, ξεκίνησε την παρέμβασή του σήμερα ο ανεξάρτητος βουλευτής Α’ Αθήνας, Νάσος Ηλιόπουλος, στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος.
Ο Νάσος Ηλιόπουλος απάντησε στην κριτική ότι η αντιπολίτευση προσεγγίζει τη συνταγματική συζήτηση με καχυποψία, υπογραμμίζοντας ότι αυτή η καχυποψία έχει απολύτως συγκεκριμένη πολιτική και θεσμική βάση. Όπως ανέφερε, «προφανώς υπάρχει μια βάση καχυποψίας», η οποία «ξεκινάει από το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μία κυβέρνηση η οποία από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ελέγχεται για 175 υποθέσεις, οι οποίες κοστολογούνται στα 2,68 δις». Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι αυτή η εικόνα αποτυπώνεται πλέον ακόμη και στον δημόσιο λόγο φιλοκυβερνητικών σχολιαστών, θυμίζοντας τη δήλωση του κ. Δριμιώτη ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης κινδυνεύει με Ειδικό Δικαστήριο αν έχει κάτω από 25% στις επόμενες εκλογές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην υπόθεση των υποκλοπών και του παράνομου λογισμικού, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση ζητά θεσμική εμπιστοσύνη, ενώ παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ζητήματα. Όπως τόνισε, «καταδικασμένος Ισραηλινός πράκτορας λέει ότι συνεργαζόταν κανονικά με την κυβέρνηση για το παράνομο λογισμικό», καθώς και ότι «ήταν υπό παρακολούθηση η ηγεσία του στρατού και το μισό υπουργικό συμβούλιο». Απευθυνόμενος στην κυβερνητική πλειοψηφία, έθεσε το ερώτημα: «θεωρείτε ότι εσείς θα είχατε μία βάση εμπιστοσύνης αν οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση είχε παρακολουθήσει την ηγεσία του στρατού;».
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και την υπόθεση Ασημακοπούλου, τονίζοντας ότι η καταδίκη της αφορούσε την παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Όπως είπε, «όχι γιατί έστειλε ένα e-mail, αλλά γιατί έκλεψε προσωπικά δεδομένα και οι φιλελεύθεροι θα έπρεπε να είναι αυστηροί με την κλοπή προσωπικών δεδομένων». Παράλληλα, αναφέρθηκε εκ νέου στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, σημειώνοντας ότι «είχαμε δικογραφίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και μπλοκάραμε την εξέταση υπουργών».
Περνώντας στην ουσία της συνταγματικής συζήτησης, ο Νάσος Ηλιόπουλος υποστήριξε ότι οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας έχουν ενιαία πολιτική κατεύθυνση. «Επιμένουμε ότι η κοινή μεθοδολογία των προτάσεων της Νέας Δημοκρατίας είναι μία μεθοδολογία μετάβασης σε μια πιο αυταρχική δημοκρατία», ανέφερε, εξηγώντας ότι αυτό που η κυβέρνηση παρουσιάζει ως κυβερνησιμότητα και θεσμική θωράκιση, στην πραγματικότητα συνιστά «μια αυταρχική κίνηση» που «δίνει περισσότερες εξουσίες στην πλειοψηφία» και «περισσότερες εξουσίες και στον πρωθυπουργό».
Δικαίωμα του εκλέγεσθαι
Αναφερόμενος ειδικά στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι, υπογράμμισε ότι πρόκειται για θεμελιώδη πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος. «Συμφωνούμε όλοι ότι το δικαίωμα του εκλέγεσθαι είναι στον στενό πυρήνα συγκρότησης και λειτουργίας ενός δημοκρατικού πολιτεύματος», σημείωσε, προσθέτοντας ότι κάθε εξαίρεση ή κώλυμα πρέπει να έχει «τη μεγαλύτερη δυνατή νομιμοποίηση και αυστηρότητα». Προειδοποίησε ότι σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να μετατραπεί σε «ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται στα πλαίσια ενός συγκυριακού πολιτικού ανταγωνισμού», ενισχύοντας την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς και την πολιτική αντιπροσώπευση.
Στη συνέχεια επέμεινε ότι οι περιορισμοί στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι πρέπει να παραμείνουν συνταγματικό ζήτημα και να μην παραπεμφθούν σε απλό νόμο. Όπως είπε, «οι όποιοι περιορισμοί στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι πρέπει να είναι συνταγματικό ζήτημα», καθώς το Σύνταγμα «συνομιλεί με τον ιστορικό χρόνο με άλλους όρους» από ένα νομοθετικό κείμενο. Κατηγόρησε την κυβέρνηση για θεσμική αντίφαση, σημειώνοντας ότι «δεν γίνεται “γύρω γύρω Κυριακή και στη μέση Σάββατο”», αφού η Νέα Δημοκρατία επικαλείται το Σύνταγμα μόνο όπου τη βολεύει.
Ο Νάσος Ηλιόπουλος άσκησε κριτική και στον τρόπο με τον οποίο η κυβερνητική πλειοψηφία αντιμετωπίζει τη λαϊκή συμμετοχή. Όπως ανέφερε, «ο δικός σας λόγος αναπαράγει μια χυδαία αναπαράσταση της λαϊκής συμμετοχής ως εκλογική πελατεία». Τόνισε ότι η σχέση του βουλευτή με την κοινωνία και την ψήφο αποτελεί στοιχείο δημοκρατικού ελέγχου και πολιτικής λογοδοσίας, σημειώνοντας ότι «η λαϊκή συμμετοχή δεν είναι εκλογική πελατεία και δεν πρέπει να εξετάζεται ως εκλογική πελατεία». Τα φαινόμενα πελατειακής διαμεσολάβησης, πρόσθεσε, αντιμετωπίζονται με «συγκεκριμένο και αυστηρό πλαίσιο λογοδοσίας» και όχι με προτάσεις που αποδυναμώνουν την αντιπροσώπευση.
Πρόταση περί rotation βουλευτών και υπουργών
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην πρόταση περί rotation βουλευτών και υπουργών, επισημαίνοντας ότι σε κυβερνητικά σχήματα των 50 ή 60 προσώπων μια τέτοια πρόβλεψη δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά πολιτική παρέμβαση. Όπως τόνισε, «είναι παρέμβαση και στη σύνθεση της Βουλής» και συγκροτεί «έναν πρωθυπουργό μονάρχη», ο οποίος αποκτά εργαλεία επιρροής πάνω στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Προειδοποίησε, τέλος, ότι τέτοιες επιλογές ανοίγουν επικίνδυνους δρόμους: «είναι επικίνδυνα αυτά τα μονοπάτια και σε καμία περίπτωση δεν συγκροτούν ένα σύγχρονο πλαίσιο δημοκρατικής λειτουργίας μιας δημοκρατικής χώρας».
































